Σύμφωνα με μελέτη που εντάσσεται στο «Επιχειρησιακό Πρόγραμμα» του δήμου Θεσσαλονίκης για τα έτη 2007 - 2010, στο κέντρο του δήμου, κάτω από την Εγνατία έως την Παραλία και από την οδό Αγγελάκη έως την οδό Αριστοτέλους, υπάρχουν πολυκατοικίες, ο μέσος όρος των οποίων είναι 6,6 όροφοι.
Τα περισσότερα από αυτά τα κτίρια μπορούν να χαρακτηριστούν παλιά (άνω των 50 ετών) και βασική χρήση αποτελεί πλέον η επαγγελματική στέγη και όχι η μόνιμη κατοικία. Ωστόσο, αυτοί που τα προτιμούν ιδιαίτερα είναι οι φοιτητές, οι οποίοι θέλουν να βρίσκονται στο κέντρο για εύκολες και γρήγορες μετακινήσεις.
Η ίδια κατάσταση, με παλιά και ψηλά κτίρια, παρατηρείται και στην περιοχή γύρω από το Βαρδάρη, ενώ πάνω από την Εγνατία και μέχρι την Άνω Πόλη συγκεντρώνεται εξίσου μεγάλο ποσοστό παλαιών κτιρίων, των οποία η κατάσταση μπορεί να χαρακτηριστεί κακή.
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, στην ανατολική Θεσσαλονίκη, από την οδό Κένεντι έως την οδό Δελφών, υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση κατοικιών με ψηλά κτίρια που έχουν μέσο όρο 5,6 ορόφους και τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως σχετικά νέα, δηλαδή μεταγενέστερα του 1970.
Αντίστοιχα χαρακτηριστικά με την προηγούμενη, παρουσιάζει και η περιοχή Δελφών και Παπάφη, αλλά με λίγο χαμηλότερα και παλαιότερα κτίρια. Αντίθετα, στην Τούμπα υπάρχουν σχετικά νέα έως πάρα πολύ καινούρια κτίρια, ειδικά στις ανατολικές παρυφές.
Στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα ψηλά κτίρια έκαναν την εμφάνιση τους μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, με στόχο την εξασφάλιση στέγασης πολλών οικογενειών. Την εποχή εκείνη, η πόλη ήταν γεμάτη με μικρά και μεγάλα σπίτια που περιβάλλονταν από κήπους, γρήγορα όμως δημιουργήθηκε η ανάγκη στέγασης, αλλά κυρίως ένταξης, ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων προσφύγων.
e-tipos




