Η Ελλάδα προχωρά στην απόκτηση ενός σύγχρονου, πολυεπίπεδου αντιαεροπορικού και αντιπυραυλικού συστήματος, γνωστού ως «Ασπίδα του Αχιλλέα», μέσω συμφωνίας με το Ισραήλ. Το συνολικό ύψος της επένδυσης ξεπερνά τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Ενώ η ανάγκη για ενίσχυση της άμυνας της χώρας θεωρείται αδιαμφισβήτητη, η συγκεκριμένη επιλογή και το εύρος της συμφωνίας εγείρουν μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τη στρατηγική κατεύθυνση και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Η ανάγκη για σύγχρονη άμυνα και τα αναπάντητα ερωτήματα
Η ανάγκη της Ελλάδας να αποκτήσει σύγχρονη αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα είναι ευρέως αναγνωρισμένη. Οι εξελίξεις στις μορφές πολέμου, όπως οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, τα drones και τα περιφερόμενα πυρομαχικά, καθιστούν τα υπάρχοντα συστήματα της χώρας ανεπαρκή ή παρωχημένα. Αυτή η αναγνώριση της ανάγκης, ωστόσο, δεν συνεπάγεται άνευ όρων αποδοχή της συμφωνίας με το Ισραήλ.
Οι κυβερνητικοί κύκλοι παρουσιάζουν τη συμφωνία ως μια σχεδόν αυτονόητη επιλογή, ενώ παράλληλα εκφράζονται πανηγυρισμοί γύρω από την «Ασπίδα του Αχιλλέα». Ωστόσο, παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα: Γιατί επελέγη το Ισραήλ ως προμηθευτής; Γιατί σε αυτή την έκταση και με τόσο βαθιά τεχνολογική εξάρτηση; Και ποιες είναι οι γεωπολιτικές συνέπειες αυτής της επιλογής;
Γεωπολιτικές προεκτάσεις και στρατηγικό στοίχημα
Η συμφωνία αυτή δεν είναι μια απλή αγορά εξοπλισμών, αλλά ένα στρατηγικό στοίχημα δεκαετιών. Μέσω αυτής, η Ελλάδα συνδέει ένα ζωτικό τμήμα της εθνικής της άμυνας με μια περιφερειακή δύναμη, το Ισραήλ, η οποία διατηρεί τη δική της ατζέντα, τους δικούς της πολέμους και σχέσεις με την Τουρκία που χαρακτηρίζονται από μεταβλητότητα. Το Ισραήλ περιγράφεται ως χώρα που συμπεριφέρεται ως «χωροφύλακας» στην περιοχή, προκαλεί και συμμετέχει στον διαμελισμό άλλων χωρών, ενώ επιδίδεται και σε γενοκτονία.
Η επένδυση σε μια τέτοια σχέση εγείρει προβληματισμούς για το αν μπορεί να θεωρηθεί ισότιμη ή ασφαλής σε βάθος χρόνου. Η βαθιά τεχνολογική εξάρτηση που προκύπτει από τη συμφωνία αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης.
Το παράδοξο της επιλογής εκτός ΝΑΤΟ
Ένας από τους βασικούς παραλογισμούς της συμφωνίας έγκειται στο γεγονός ότι η Ελλάδα, ως μέλος της βορειοατλαντικής συμμαχίας, δαπανά περισσότερα από 3 δισεκατομμύρια ευρώ για την προμήθεια συστημάτων από μια χώρα εκτός ΝΑΤΟ. Τα συστήματα αυτά, σε σημαντικό βαθμό, σχεδιάζονται για την αντιμετώπιση της στρατιωτικής ισχύος μιας άλλης χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ, της Τουρκίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει αδρανής απέναντι στις αναθεωρητικές διεκδικήσεις της Τουρκίας, η οποία αναπτύσσει ταχέως τη δική της πυραυλική και μη επανδρωμένη τεχνολογία. Ωστόσο, αποτελεί ισχυρό επιχείρημα για να αναρωτηθεί κανείς γιατί η Αθήνα δεν επένδυσε κατά προτεραιότητα σε μια ευρωπαϊκή ή νατοϊκή λύση. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη διαλειτουργικότητα, περισσότερες εγγυήσεις εφοδιασμού, ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και ενίσχυση του διπλωματικού κεφαλαίου στην αντιπαράθεση με την Άγκυρα.
Εναλλακτικές λύσεις και η ανάγκη για διαφάνεια
Το Ισραήλ δεν είναι ο μοναδικός παραγωγός αντιαεροπορικών συστημάτων στην παγκόσμια αγορά. Για παράδειγμα, το σύστημα IRIS-T SLM χρησιμοποιείται ήδη από χώρες του ΝΑΤΟ για την προστασία υποδομών, πληθυσμών και στρατιωτικών μονάδων. Ενδεχομένως οι ισραηλινές προτάσεις να είναι επιχειρησιακά ελκυστικές ή οικονομικά ανταγωνιστικές, αλλά αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσω μιας διαφανούς συγκριτικής αξιολόγησης και όχι να αντιμετωπίζεται ως δόγμα που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
Η κυβέρνηση καλείται να αιτιολογήσει την επιλογή της με διαφάνεια, παρουσιάζοντας τα στοιχεία που οδήγησαν σε αυτή τη συμφωνία, έναντι άλλων διαθέσιμων επιλογών στην αγορά. Η έλλειψη διαφανούς αξιολόγησης ενισχύει τα ερωτήματα γύρω από τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητα της επένδυσης.
Μακροπρόθεσμη δέσμευση και απαιτήσεις υποστήριξης
Η απόκτηση ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας δεν είναι μια εφάπαξ αγορά ενός έτοιμου προϊόντος. Αντιθέτως, απαιτεί μια διαρκή δέσμευση και συνεχή υποστήριξη. Αυτό περιλαμβάνει συχνές αναβαθμίσεις λογισμικού, την προμήθεια ανταλλακτικών, πυρομαχικών, τεχνική υποστήριξη, εκπαίδευση προσωπικού, πιστοποιήσεις, καθώς και πρόσβαση σε κρίσιμους κώδικες.
Η μακροπρόθεσμη αυτή εξάρτηση καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την επιλογή του προμηθευτή και εγείρει ανησυχίες για την αυτονομία της χώρας στην άμυνά της. Η Ελλάδα, με αυτή τη συμφωνία, δεσμεύεται σε μια σχέση που θα έχει επιπτώσεις για πολλές δεκαετίες.
Με πληροφορίες από: Topontiki