Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη δομική μετάλλαξη της νεότερης ιστορίας της, καθώς η περίοδος της αφέλειας, της φθηνής ρωσικής ενέργειας, των μηδενικών επιτοκίων και των ανοιχτών αγορών έχει περάσει ανεπιστρεπτί στο παρελθόν. Η παρατεταμένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι πολεμικές συρράξεις στα ανατολικά σύνορα της ηπείρου και η διαρκής ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή έχουν μετατρέψει την ευρωπαϊκή οικονομία σε μια εξίσωση υψηλού ρίσκου και μόνιμης μεταβλητότητας.
Η νέα πραγματικότητα στην Ευρώπη
Η ήπειρος καλείται να διαχειριστεί έναν πρωτοφανή συνδυασμό προκλήσεων, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής σταθερότητας. Η εξάρτηση από φθηνή ενέργεια και η ευκολία των μηδενικών επιτοκίων έχουν αντικατασταθεί από ένα περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητα. Οι πολεμικές συγκρούσεις στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης, σε συνδυασμό με την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο.
Αυτές οι εξελίξεις έχουν επηρεάσει άμεσα την οικονομική σταθερότητα, καθιστώντας την ευρωπαϊκή οικονομία ένα πεδίο υψηλού ρίσκου. Η μεταβλητότητα αποτελεί πλέον ένα μόνιμο χαρακτηριστικό, απαιτώντας από τους θεσμούς και τις κυβερνήσεις να προσαρμοστούν σε συνθήκες που διαφέρουν ριζικά από το πρόσφατο παρελθόν.
Η «οικονομική οχύρωση» ως νέο δόγμα
Στους διαδρόμους των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης, το νέο δόγμα που επικρατεί δεν είναι πλέον η ανάπτυξη με κάθε κόστος, αλλά η «οικονομική οχύρωση». Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε δύο βασικές προκλήσεις που πρέπει να διαχειριστεί ταυτόχρονα. Η πρώτη αφορά την ανάγκη για τεράστιες αμυντικές δαπάνες, οι οποίες ανέρχονται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ.
Η δεύτερη πρόκληση είναι ο επίμονος «πολεμικός» πληθωρισμός. Αυτός ο πληθωρισμός αρνείται να υποχωρήσει στα επίπεδα που θεωρούνται ασφαλή για τη διατήρηση της νομισματικής ισορροπίας, δημιουργώντας ένα περιβάλλον οικονομικής πίεσης και αβεβαιότητας για τα κράτη μέλη και τους πολίτες.
Το αδιέξοδο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
Στο επίκεντρο αυτής της ευρωπαϊκής περιπέτειας βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Μέσω των κορυφαίων αξιωματούχων της, η Φρανκφούρτη κατέστησε σαφές ότι τα βασικά επιτόκια του ευρώ θα παραμείνουν «παγωμένα» προς το παρόν. Αυτή η απόφαση διαψεύδει τις προσδοκίες της αγοράς για μια γρήγορη και επιθετική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα αποτελεί το μοναδικό κλασικό εργαλείο που διαθέτει η ΕΚΤ για τη συγκράτηση των τιμών και την αποτροπή της αποκλιμάκωσης των πληθωριστικών προσδοκιών. Ωστόσο, αυτή η πολιτική έχει και μια αρνητική πλευρά. Το υψηλό κόστος χρήματος λειτουργεί ως ασφυκτικό «φρένο» στην παραγωγική δραστηριότητα, απειλώντας τις ευρωπαϊκές οικονομίες με παρατεταμένη αναιμική ανάπτυξη.
Ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού
Ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή του συνδυασμού χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού τιμάριθμου, δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό θεωρητικό σενάριο. Έχει μετατραπεί σε μια νέα κανονικότητα για τη βιομηχανική καρδιά της Ευρώπης. Οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη κινούνται οριακά πέριξ του 1%, γεγονός που υποδηλώνει μια αδύναμη οικονομική δυναμική.
Αυτή η κατάσταση, όπου η οικονομία αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς ενώ οι τιμές παραμένουν υψηλές, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Ο στασιμοπληθωρισμός περιορίζει τις δυνατότητες για οικονομική ανάκαμψη και θέτει νέες προκλήσεις για τη χάραξη πολιτικής.
Δημοσιονομικοί περιορισμοί και ενεργειακή ευπάθεια
Το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις παραμένει σταθερά ακριβό, επιβαρύνοντας την επενδυτική δραστηριότητα και την επέκταση. Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να πειθαρχήσουν στο νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας. Αυτό το πλαίσιο επιβάλλει αυστηρούς περιορισμούς στα ελλείμματα, περιορίζοντας σημαντικά τη δημοσιονομική τους ευελιξία.
Οι περιορισμοί αυτοί αποστερούν από τα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόσουν επεκτατική δημοσιονομική πολιτική ή να μοιράσουν οριζόντιες επιδοτήσεις, κάτι που θα μπορούσε να τονώσει την οικονομία. Παράλληλα, ο βασικός τροφοδότης του ευρωπαϊκού πληθωρισμού παραμένει η ενέργεια. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένουν ευάλωτες, ενώ οι τιμές των υδρογονανθράκων αντιδρούν ακαριαία σε κάθε γεωπολιτική έξαρση, διατηρώντας την πίεση στις τιμές.
Με πληροφορίες από: Topontiki