Οι «νέες» διορθωμένες συντάξεις λόγω θανάτου, οι οποίες δόθηκαν πριν από περίπου ένα μήνα, αποδείχτηκε ότι αφορούσαν μόλις 8.500 περιπτώσεις. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει αρνητικές εκπλήξεις σε χιλιάδες συνταξιούχους, καθώς η πολυδιαφημισμένη διόρθωση αποδεικνύεται «παροχή για πολύ λίγους» και απαιτείται νέα παρέμβαση. Περισσότεροι από 100.000 συνταξιούχοι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα.
Η περιορισμένη εμβέλεια της «διόρθωσης»
Η απόφαση για τις «νέες» διορθωμένες συντάξεις χηρείας, που τέθηκε σε εφαρμογή πριν από περίπου ένα μήνα, αφορούσε έναν πολύ μικρό αριθμό δικαιούχων. Συγκεκριμένα, οι ωφελούμενοι δεν ξεπερνούν τις 8.500 ασφαλισμένες και ασφαλισμένους συνολικά, οι οποίοι προέρχονται κυρίως από τον δημόσιο τομέα.
Αντίθετα, περισσότεροι από 100.000 συνταξιούχοι, οι οποίοι είχαν υποβάλει αίτηση πριν από την 13η Μαΐου 2016 και ήταν ασφαλισμένοι στον πρώην ΟΓΑ, συνεχίζουν να λαμβάνουν είτε το 25% είτε το 35% των αποδοχών του άμεσα ασφαλισμένου συντρόφου τους. Για να λάβουν τη σύνταξη χηρείας του 70%, αυτοί οι συνταξιούχοι πρέπει να παραιτηθούν της δικής τους παροχής σε ποσοστό που φτάνει ακόμη και το 90%.
Οι αποκλεισμοί και οι αρνητικές εκπλήξεις
Οι συντάξεις Σεπτεμβρίου έφεραν πολλές αρνητικές εκπλήξεις για ένα μεγάλο μέρος των δικαιούχων. Ενώ οι ωφελούμενοι περιορίστηκαν στις 8.500 περιπτώσεις, κυρίως του δημόσιου τομέα, αποκλείστηκαν των ευεργετημάτων περισσότεροι από 100.000 συνταξιούχοι. Αυτοί είναι κυρίως παλαιοί συνταξιούχοι, καθώς και οι αγρότισσες.
Επιπλέον, για άλλες 80.000 περιπτώσεις δεν υπήρξε καμία μεταβολή στο ποσό της σύνταξης. Αυτό συνέβη επειδή δεν είχαν γίνει παλαιότερα οι προβλεπόμενες περικοπές από τον ΕΦΚΑ μετά την τριετία, δηλαδή η μετάπτωση της σύνταξης από το 70% στο 35%, όπως ρητά όριζε ο νόμος πριν.
Η επαναφορά του 70% και η προϋπόθεση θανάτου
Η επαναφορά του ποσοστού σύνταξης στο 70% των αποδοχών του θανόντος, από το 35% που προέβλεπε ο νόμος 4387/16, αφορά συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αυτή η ρύθμιση ισχύει αποκλειστικά για όσους ο θάνατος επήλθε μετά τις 12 Μαΐου 2016, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου.
Το ποσοστό του 70% υπολογίζεται επί της σύνταξης που ελάμβανε ο θανών εν ζωή ή επί της σύνταξης που προέκυπτε με τον θάνατό του. Αυτό σημαίνει ότι οι περιπτώσεις θανάτου πριν από την συγκεκριμένη ημερομηνία δεν καλύπτονται από την επαναφορά του υψηλότερου ποσοστού.
Το παράδειγμα της συνταξιούχου του ΟΓΑ
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος. Μια συνταξιούχος του ΟΓΑ, με καθαρές αποδοχές 486 ευρώ, λαμβάνει βασική σύνταξη 395 ευρώ και ανταποδοτική 91 ευρώ. Προκειμένου να λάβει τη σύνταξη του συζύγου της, η οποία έχει κατώτερο όριο τα 446 ευρώ (το ύψος της νέας εθνικής σύνταξης), θα πρέπει να κρατήσει μόνο τα 91 ευρώ της δικής της ανταποδοτικής σύνταξης και να αποποιηθεί το υπόλοιπο ποσό.
Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, η νέα σύνταξη της συγκεκριμένης δικαιούχου θα διαμορφωθεί στα 537 ευρώ. Το ποσό αυτό προκύπτει από τα 446 ευρώ του κατώτερου ορίου, συν τα 91 ευρώ από το τμήμα της ανταποδοτικής σύνταξης. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση που θα λάβει είναι μόλις 51 ευρώ πάνω από όσα ελάμβανε αρχικά.
Το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους
Παρόμοια κατάσταση παρατηρήθηκε και με το θέμα του ιδιωτικού χρέους. Η βεβαιότητα της κυβέρνησης ότι έλυσε το ζήτημα με τις 72 δόσεις, χωρίς καν μερικό κούρεμα τελών και προσαυξήσεων, δεν κράτησε ούτε ένα μήνα, συγκεκριμένα 28 ημέρες.
Χθες, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την επέκταση των δόσεων σε 120. Η απόφαση αυτή κρίνεται ως κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο δεν προβλέπεται παρέμβαση στις επιβαρύνσεις. Συνεπώς, τα βάρη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά παραμένουν δυσβάστακτα, παρά τη νέα ρύθμιση.
Με πληροφορίες από: Ieidiseis