Τα κτίρια, ένα τεράστιο ανεκμετάλλευτο «κοίτασμα» ενέργειας για την Ελλάδα

Τα κτίρια, ένα τεράστιο ανεκμετάλλευτο «κοίτασμα» ενέργειας για την Ελλάδα

Η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, δεν εξαρτάται μόνο από την εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και από την αποτελεσματική διαχείριση της κατανάλωσης ενέργειας στα κτίρια. Τα κτίρια αποτελούν ένα σημαντικό, αλλά συχνά ανεκμετάλλευτο, ενεργειακό απόθεμα εντός των αστικών και αγροτικών περιοχών. Η δυνατότητα περιορισμού και εξηλεκτρισμού της ενέργειας που καταναλώνεται σε αυτά αναδεικνύεται ως κεντρική πρόκληση.

Ενεργειακή μετάβαση και ο ρόλος των κτιρίων

Η συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση συχνά επικεντρώνεται στα φωτοβολταϊκά, τα αιολικά πάρκα και τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Ωστόσο, ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα ενέργειας βρίσκεται ήδη ενσωματωμένο στις πόλεις και τα χωριά μας, και αφορά την ενέργεια που καταναλώνεται στα κτίρια κάθε είδους. Η μείωση αυτής της κατανάλωσης και ο ταυτόχρονος εξηλεκτρισμός της αποτελούν βασικούς πυλώνες της μετάβασης.

Η νέα Έκθεση Κτιρίων 2026 της dena, της Γερμανικής Υπηρεσίας Ενέργειας, προσφέρει σαφή στοιχεία τόσο για την πρόοδο όσο και για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει αυτή η μετάβαση. Τα ευρήματα της έκθεσης υπογραμμίζουν την κρισιμότητα της αναβάθμισης του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος, πέρα από τις νέες κατασκευές.

Η εικόνα του κτιριακού αποθέματος στην Ελλάδα

Η κατάσταση στην Ελλάδα παρουσιάζει αντίστοιχα χαρακτηριστικά με αυτά που αναδεικνύονται διεθνώς. Σύμφωνα με την Απογραφή Κτιρίων 2021 της ΕΛΣΤΑΤ, η χώρα διαθέτει περίπου 4,3 εκατομμύρια κτίρια συνολικά. Από αυτά, ένα σημαντικό ποσοστό, συγκεκριμένα περίπου 2,4 εκατομμύρια κτίρια, που αντιστοιχεί στο 56,5%, έχουν κατασκευαστεί έως το έτος 1980.

Αυτή η χρονολογία είναι κρίσιμη, καθώς προηγείται της εφαρμογής του πρώτου Κανονισμού Θερμομόνωσης στην Ελλάδα, υποδηλώνοντας πιθανές ελλείψεις στην ενεργειακή τους απόδοση. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εκτιμά ότι τα κτίρια ευθύνονται για περίπου το 43% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας, καθιστώντας τα έναν τομέα με ιδιαίτερα υψηλό δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας.

Το παράδειγμα της Γερμανίας και οι προκλήσεις

Στη Γερμανία, όπου υπάρχουν περίπου 19,8 εκατομμύρια κτίρια κατοικιών, το 60% αυτών έχει κατασκευαστεί πριν από το 1977. Αυτό το μεγάλο και γηρασμένο κτιριακό απόθεμα καθιστά σαφές ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε νέες κατασκευές, αλλά απαιτεί παρεμβάσεις στα υφιστάμενα κτίρια.

Παρόλα αυτά, οι νέες κατασκευές στη Γερμανία δείχνουν μια σαφή τάση προς την ενεργειακή αναβάθμιση. Το 74% των νέων κατοικιών που ολοκληρώθηκαν το 2025 θερμαίνεται ήδη με αντλίες θερμότητας, ενώ το ποσοστό αυτό φτάνει το 83% στις νέες οικοδομικές άδειες. Μέχρι τον Αύγουστο του 2026, είχαν πωληθεί 194.500 αντλίες θερμότητας, σημειώνοντας αύξηση 40% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Θέρμανση στα παλαιά κτίρια και οι νέες τάσεις

Ωστόσο, η εικόνα στα παλαιά κτίρια της Γερμανίας είναι διαφορετική. Περίπου το 56% εξακολουθεί να χρησιμοποιεί φυσικό αέριο για θέρμανση, ενώ το 17% βασίζεται στο πετρέλαιο. Αντίθετα, οι αντλίες θερμότητας, μαζί με τα ηλιακά και γεωθερμικά συστήματα, αντιπροσωπεύουν ακόμα ένα μικρό ποσοστό, περίπου 4,5%.

Το βασικό συμπέρασμα της dena είναι ότι, ενώ η τεχνολογική αλλαγή στις νέες κατασκευές προχωρά με γρήγορους ρυθμούς, η πραγματική πρόκληση και το μεγάλο στοίχημα έγκειται στην ενεργειακή αναβάθμιση των υφιστάμενων κτιρίων. Αυτό το συμπέρασμα έχει ιδιαίτερη αντιστοιχία με την κατάσταση που επικρατεί και στην Ελλάδα.

Η χρήση κλιματιστικών ως αντλίες θερμότητας στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, τα στοιχεία του 2024 δείχνουν ότι το 36,6% των νοικοκυριών χρησιμοποιούσε πετρέλαιο ως κύριο μέσο θέρμανσης, ενώ το 18,4% βασιζόταν στο φυσικό αέριο. Παράλληλα, όμως, καταγράφεται μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: το 15,7% των ελληνικών νοικοκυριών χρησιμοποιούσε κλιματιστικό ως κύριο μέσο θέρμανσης.

Αυτή η τάση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ένα σύγχρονο κλιματιστικό τύπου inverter λειτουργεί ουσιαστικά ως αντλία θερμότητας αέρα-αέρα. Η αυξανόμενη χρήση τους υποδηλώνει μια στροφή προς πιο αποδοτικές λύσεις θέρμανσης, ακόμα και αν δεν αναφέρονται ρητά ως «αντλίες θερμότητας» στις στατιστικές.

Με πληροφορίες από: Topontiki

Δείτε ακόμα