Η Μαίρη Λίντα, γνωστή και ως Μαρία Δημητροπούλου, συνάντησε τον Μανώλη Χιώτη σε ηλικία μόλις 11 ετών. Σε εκείνη τη συνάντηση, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός ο άνδρας θα γινόταν ο μέντορας, ο σύζυγος και ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Ο χωρισμός τους, μάλιστα, την επηρέασε τόσο πολύ ώστε, μέχρι και λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό της, παραδεχόταν ότι «ήταν μεγάλο μου λάθος που χώρισα μαζί του».
Η πρώτη τους γνωριμία πραγματοποιήθηκε το 1946 στο κοσμικό κέντρο «Πίγκαλς», όπου η μικρή Μαίρη είχε πάει για πρόβα με την ορχήστρα. Από την πρώτη στιγμή, ένιωσε θαυμασμό για τον μεγαλύτερό της Μανώλη Χιώτη. Σε συνέντευξή της, είχε δηλώσει: «Ήταν φίρμα ο Χιώτης. Εγώ τότε έβγαινα, ήμουν έντεκα με δώδεκα χρόνων. Τον είχα ερωτευτεί από τότε». Όταν την άκουσε να τραγουδά, την εντυπωσίασε η φωνή της και της υποσχέθηκε, με χιούμορ, ότι θα την παντρευόταν όταν θα μεγάλωνε και θα έφτανε στο ύψος του.
Ο γάμος και η καλλιτεχνική τους πορεία
Δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη τους γνωριμία, το 1959, παντρεύτηκαν με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου. Ο γάμος τους, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Απριλίου, αποτέλεσε ένα από τα πιο σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα της χρονιάς, καθώς η Μαίρη Λίντα ήταν 23 ετών και ο Μανώλης Χιώτης 38. Παρά την διαφορά ηλικίας, τους ένωνε ένα βαθύ πάθος και μια μουσική επανάσταση που άλλαξε τη νυχτερινή ζωή της Αθήνας.
Η Μαίρη Λίντα δεν ήταν απλώς μια δεύτερη φωνή, αλλά μια αυτόνομη πρωταγωνίστρια που έφερε νέα θεατρικότητα και ενέργεια στη σκηνή. Μαζί, κατάφεραν να σπάσουν τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής και να προσελκύσουν το κοινό από τα βορινά προάστια στα λαϊκά πάλκα.
Η επιτυχία στην Αμερική και οι προκλήσεις
Η κορύφωση της καλλιτεχνικής τους πορείας ήρθε το 1964, όταν αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Αμερική, κυνηγώντας ένα όνειρο. Η Μαίρη Λίντα έφερε μαζί της πάνω από διακόσια χειροποίητα φορέματα, και η επιτυχία τους στα κοσμικά κέντρα της Νέας Υόρκης και του Σικάγο έγινε θρύλος. Ανάμεσα στους θαυμαστές τους ήταν ο ηθοποιός Άντονι Πέρκινς και η διάσημη σοπράνο Μαρία Κάλλας.
Ωστόσο, πίσω από τον μεγάλο έρωτά τους, υπήρχαν προκλήσεις που σταδιακά κατέτρωγαν τη σχέση τους. Η δυναμική τους συνεργασία στη σκηνή δεν μπορούσε να κρύψει τις εντάσεις που υπήρχαν στην προσωπική τους ζωή.
Χώρισαν για ένα… βραχιόλι
Το οριστικό τέλος ήρθε από έναν σφοδρό καυγά το 1967 σε ένα δωμάτιο αμερικανικού ξενοδοχείου, με αφορμή ένα πολύτιμο βραχιόλι με μπριγιάν. Όπως είχε αποκαλύψει η ίδια η ερμηνεύτρια: «Ο Χιώτης μού είχε κάνει δώρο αυτό το βραχιόλι και κάθε φορά που καβγαδίζαμε, πάνω στα νεύρα του, μου το ζητούσε πίσω. Μια, δυο, τρεις, κάποτε του είχα πει: “Μανώλη μου, μην το ξαναπείς, γιατί την επόμενη φορά μαζί με το βραχιόλι θα χάσεις κι εμένα”. Εκείνο το βράδυ στην Αμερική το ξαναζήτησε. Ένα πείσμα μας χώρισε. Μάζεψα τις βαλίτσες μου και έφυγα. Ήμασταν νέοι, εγωιστές και κανένας από τους δύο δεν έκανε πίσω για να ζητήσει συγγνώμη».
Η μοίρα δεν τους άφησε περιθώρια για μια ώριμη συμφιλίωση ή μια δεύτερη ευκαιρία, καθώς ο Μανώλης Χιώτης έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή το 1970, σε ηλικία μόλις 49 ετών, βυθίζοντας τη Λίντα σε έναν ατελείωτο πόνο και μια ισόβια σκιά μεταμέλειας.
Πολλά χρόνια αργότερα, η μεγάλη ερμηνεύτρια είχε παραδεχτεί: «Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι χώρισα με τον Χιώτη. Δυστυχώς δεν μπορώ να γυρίσω τα χρόνια πίσω». Εκείνη στη συνέχεια της ζωής της προχώρησε σε άλλους δύο γάμους, οι οποίοι κατέληξαν σε ισάριθμα διαζύγια, ενώ με τον δεύτερο σύζυγό της, τον Αλέξανδρο Θεοχάρη, απέκτησε τη μονάκριβη κόρη της, Εύα.



