O πολύωρος, τακτικός, νυχτερινός ύπνος των παιδιών απομακρύνει τον κίνδυνο της παχυσαρκίας κατά την ενηλικίωση, αναφέρεται σε νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ανάμεσα σε περισσότερα από χίλια άτομα, τα οποία παρακολουθήθηκαν από τη γέννησή τους έως την ηλικία των 32 ετών, εκείνοι που κοιμόντουσαν λιγότερες ώρες ως παιδιά, είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα από τους συνομηλίκους τους να γίνουν παχύσαρκοι.
Ακόμη κι αν ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως το βάρος κατά την παιδική ηλικία και οι καθημερινές συνήθειες –π.χ. παρακολούθηση τηλεόρασης και εκγύμναση– ακόμη και τότε παραμένει ισχυρή η συσχέτιση μεταξύ στέρησης ύπνου κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και κινδύνου παχυσαρκίας στην ενηλικίωση. Ολα αυτά επιβεβαιώνουν την εκτίμηση ότι οι συνήθειες ύπνου κατά την παιδική ηλικία έχουν μακροπρόθεσμα επίδραση στο βάρος, σύμφωνα με τον δρ Robert John Hancox, υπεύθυνο συγγραφέα της μελέτης.
«Αν και δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι αυτό αποτελεί σχέση αιτίου - αποτελέσματος», είπε στο Reuters Health, «αυτή η μελέτη παρέχει ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία ότι τα πράγματα είναι έτσι».
Ο δρ Hancox και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο Οtago, στο Dunedin της Νέας Ζηλανδίας, κοινοποίησαν τα ευρήματά τους στο περιοδικό Pediatrics. Αλλωστε, σε άλλες μελέτες διαπιστώθηκε ότι ενήλικες και παιδιά με στέρηση ύπνου διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να είναι υπέρβαροι, «ωστόσο, αυτή είναι η πρώτη μελέτη που δείχνει μακροπρόθεσμη σχέση μεταξύ ύπνου και κινδύνου παχυσαρκίας», συμπλήρωσε ο ίδιος.
Ο δείκτης μάζας σώματος
Η μελέτη συμπεριέλαβε 1.037 άντρες και γυναίκες, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν από τη γέννησή τους –1972 και 1973– έως την ηλικία των 32 ετών. Οταν οι συμμετέχοντες ήταν ηλικίας πέντε, επτά, εννιά και έντεκα ετών, οι γονείς τους είπαν στους ερευνητές τις συνήθεις ώρες ύπνου των παιδιών και την ώρα που αυτά ξυπνούσαν.
Γενικώς, ο δρ Hancox και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι καθώς ο χρόνος ύπνου στην παιδική ηλικία ελαττωνόταν, ο δείκτης μάζας σώματος (ΒΜΙ) αυξανόταν.
Ενήλικες, με λίγες ώρες ύπνου στην παιδική ηλικία, σαφώς είχαν μεγαλύτερο ΒΜΙ από αυτούς οι οποίοι είχαν τις ενδεδειγμένες ώρες ύπνου στην παιδική ηλικία. «Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό δεν συνέβη επειδή τα παιδιά που κοιμόντουσαν λίγες ώρες, συνήθισαν να κοιμούνται λίγες ώρες και ως ενήλικες», επισήμανε ο δρ Hancox. Με άλλα λόγια, ο επαρκής ύπνος στην παιδική ηλικία φαίνεται να έχει μακροχρόνιες συνέπειες.
Οι ειδικοί συνιστούν στους γονείς τα μικρά παιδιά να κοιμούνται έως και 11 ώρες, ενώ οι έφηβοι πρέπει να κοιμούνται 8-9 ώρες.
Σήμερα, είναι κοινή πεποίθηση ότι τα παιδιά κοιμούνται σαφώς λιγότερο σε σύγκριση με τη γενιά που προηγήθηκε της δικής τους, σημείωσε ο δρ Hancox. Αυτή η τάση, πρόσθεσε ο επιστήμονας, τροφοδοτεί συνεχώς την αύξηση κρουσμάτων παχυσαρκίας.
Αλλά γιατί οι περιορισμένες ώρες ύπνου σχετίζονται με την παχυσαρκία; Μία θεωρία, βασισμένη σε έρευνα στο εργαστήριο ύπνου, είναι ότι η στέρηση ύπνου μεταβάλλει τη φυσιολογική ισορροπία των ορμονών που διεγείρουν την όρεξη και των ορμονών που καταστέλλουν την όρεξη. Τα παιδιά που κοιμούνται λιγότερο, αισθάνονται ήδη κουρασμένα για την απαραίτητη φυσική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της ημέρας…
Διαβάστε ακόμα: 5 συνήθειες που πρέπει να κόψεις: Μειώνοντας τη χοληστερίνη σου




