Τα πρώτα 30 λεπτά της ζωής τους πρέπει να ξεκινούν να θηλάζουν τα νεογέννητα προκειμένου να ωφεληθούν στο μέγιστο βαθμό από την ευεργετική σύσταση του μητρικού γάλακτος και να αποκτήσουν διαβατήριο υγείας και μακροημέρευσης. Στην παραπάνω πρόταση συνοψίζεται η στρατηγική του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) σε θέματα βρεφικής και παιδικής διατροφής, ενώ του λόγου το αληθές επιβεβαιώνεται και από μελέτη της Unicef που πραγματοποιήθηκε στην υποσαχάρια Αφρική, με αφορμή τον εορτασμό της παγκόσμιας Εβδομάδας Μητρικού Θηλασμού (1-7 Νοεμβρίου).
Στο δυτικό κόσμο ο θηλασμός αποτελεί ξανά κυρίαρχη τάση και αυξάνεται ολοένα ο αριθμός των νέων μητέρων που θηλάζουν τις πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό, σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990, όπου ο απογαλακτισμός του βρέφους πραγματοποιούνταν την επόμενη μέρα μετά τη γέννηση. Ετσι, οι προσπάθειες της Unicef, του ΠΟΥ και της Παγκόσμιας Συμμαχίας για την Προώθηση του Μητρικού Θηλασμού (WABA) επικεντρώνονται κυρίως στην παράταση του θηλασμού και μετά την αποχώρηση της μητέρας και του νεογνού από το μαιευτήριο.
H έγκαιρη έναρξη και συνέχιση του θηλασμού διευκολύνονται από την υιοθέτηση του «rooming in», δηλαδή της συγκατοίκησης του βρέφους στο ίδιο δωμάτιο με τη μητέρα του από τη στιγμή της γέννησής του και για 24 ώρες το 24ωρο. Η πρακτική αυτή άλλωστε αποτελεί μια από τις 10 προϋποθέσεις που έχουν συντάξει ο ΠΟΥ και η Unicef για πετυχημένο θηλασμό και θεωρείται βασικό κριτήριο ώστε να θεωρηθεί ένα νοσοκομείο «Φιλικό προς τα βρέφη» και να λάβει τη σχετική πιστοποίηση.
Στην Ελλάδα το μέτρο εφαρμόζεται σήμερα στα περισσότερα μεγάλα μαιευτήρια που προωθούν με κάθε τρόπο το μητρικό θηλασμό. «Ωστόσο, η πρόοδος που επιτελείται είναι λειψή, καθότι δυστυχώς απουσιάζουν οι ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που ευνοούν το θηλασμό στις εργαζόμενες γυναίκες», επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Παπαγαρουφάλης, παιδίατρος και διευθυντής του Νεογνολογικού Τμήματος στο Μαιευτήριο «Ελενα Βενιζέλου». «Ως αποτέλεσμα, ενώ εννέα στις δέκα λεχωΐδες (νέες μητέρες) αποχωρούν από το μαιευτήριο ταΐζοντας αποκλειστικά με δικό τους γάλα το μωρό τους, οι περισσότερες από αυτές στρέφονται στη μικτή διατροφή μόλις γυρίσουν στη δουλειά τους, αφού δεν έχουν χρόνο να θηλάσουν».
Σύμφωνα με τη Unicef, ερευνητές από την Γκάνα -χώρα όπου η έγκαιρη έναρξη του θηλασμού δεν συνηθίζεται- διαπίστωσαν ότι 22% των βρεφικών θανάτων θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν τα νεογνά τρέφονταν με μητρικό γάλα την πρώτη ώρα μετά τη γέννησή τους. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν ετησίως από γαστρεντερολογικές και αναπνευστικές λοιμώξεις, ο θηλασμός είναι κυριολεκτικά ζήτημα «ζωής και θανάτου» αφού 1,3 εκατομμύρια παιδικές ζωές, που χάνονται πριν από την ηλικία των πέντε ετών, μπορούν να σωθούν με τη διάδοσή του.
Για την εξασφάλιση των μέγιστων ευεργετικών επιδράσεων στην υγεία, η Unicef, ο ΠΟΥ και η WABA συνιστούν από κοινού να εξακολουθούν να θηλάζουν τα μωρά μέχρι να γίνουν δύο ετών ή και μεγαλύτερα. Φυσικά, για την κάλυψη των αναγκών τους σε θρεπτικά συστατικά συνιστάται και η χορήγηση συμπληρωματικής διατροφής, παράλληλα με το μητρικό γάλα.
πηγη: e-tipos




