Τα άτομα που προσβάλλονται από γαστρεντερίτιδα είναι οι πιο τακτικοί πελάτες του Νοσοκομείου Ειδικών Παθήσεων (Λοιμωδών) της Θεσσαλονίκης. «Το Λοιμωδών «ζει» από τις γαστρεντερίτιδες, ενώ η τάση της νόσου είναι σταθερά αυξημένη», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρώην διευθυντής του μικροβιολογικού εργαστηρίου του νοσοκομείου, Βασίλειος Δανιηλίδης, κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου με αφορμή το 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Διεπιστημονικής Εταιρείας Διασφάλισης Υγιεινής Τροφίμων (ΔΕΔΥΤ), που θα πραγματοποιηθεί στις 6, 7 και 8 Ιουνίου, στη Θεσσαλονίκη.
Για την Ελλάδα δεν υπάρχουν ασφαλή στοιχεία σχετικά με τα κρούσματα γαστρεντερίτιδων, οι οποίες αποδεδειγμένα «θερίζουν» σε όλο τον κόσμο. Κάθε χρόνο 1,5 δισεκατομμύριο παιδιά προσβάλλονται από γαστρεντερίτιδα, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και της Αφρικής, ενώ κάθε χρόνο 3.000.000 από αυτά, πεθαίνουν. Μόνο στις ΗΠΑ καταγράφονται 76.000.000 επεισόδια γαστρεντερίτιδας ετησίως, 325.000 άτομα εισάγονται στα νοσοκομεία και 5.000 πεθαίνουν από τη νόσο.
Τα αίτια της αύξησης των τροφιμογενών νοσημάτων, όπως η γαστρεντερίτιδα, είναι οι αλλαγές στον τρόπο παραγωγής των τροφίμων και στην οικονομία, οι αλλαγές των διατροφικών συνηθειών, η εμφάνιση νέων παθογόνων μικροοργανισμών και δημογραφικοί παράγοντες.
Οι καταγεγραμμένες περιπτώσεις των τροφιμογενών νοσημάτων, είναι μόνο η «κορυφή του παγόβουνου», σύμφωνα με τις επισημάνσεις του κ. Δανιηλίδη, ο οποίος διευκρίνισε ότι «για να καταγραφεί μια περίπτωση πρέπει να συμπληρωθεί όλη η αλυσίδα των γεγονότων, που ξεκινά από τη μόλυνση του ατόμου, δηλαδή η εμφάνιση συμπτωμάτων, η εξέταση από τον γιατρό, η αποστολή των δειγμάτων για εξετάσεις, η αναζήτηση και ταυτοποίηση των αιτιών, η δήλωσή τους στις αρμόδιες υπηρεσίες και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
«Ο ποιοτικός έλεγχος των τροφίμων έχει καταστεί πλέον πρωταρχικής σημασίας για την προστασία του καταναλωτή και τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας», τόνισε ο πρόεδρος της ΔΕΔΥΤ, Ιωάννης Τσιλφίδης. Οι βιολογικοί κίνδυνοι των τροφίμων οφείλονται στην παρουσία, σε αυτά, μικροοργανισμών ή τοξινών, ενώ κύριες πηγές μετάδοσής τους είναι οι ακατέργαστες πρώτες ύλες, το έδαφος, η σκόνη, το νερό, οι λερωμένες επιφάνειες εργασίας και τα μηχανήματα, το προσωπικό που δεν ακολουθεί τους κανόνες υγιεινής, ακόμα και τα έντομα ή ανεπιθύμητα ζώα στους χώρους επεξεργασίας.
Σύμφωνα με τον Τσιλφίδη, ποσοστό 70% των περιπτώσεων τροφικών δηλητηριάσεων, που καταλήγουν στο νοσοκομείο, καταγράφονται ως «αγνώστου προελεύσεως», δηλαδή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το τρόφιμο που τις προκάλεσε. Οι υπόλοιπες (30%) αντιστοιχούν στις παρακάτω κατηγορίες τροφίμων: 11% πουλερικά και προϊόντα πουλερικών, 7% κόκκινο κρέας και προϊόντα κρέατος, 5% κρεατόπιτες, 2% γάλα και γαλακτοκομικά, 1% μαγειρεμένο ρύζι και 4% άλλα τρόφιμα.
«Παρά το γεγονός ότι στη χώρα μας όλες οι επιχειρήσεις που παράγουν, μεταποιούν, διακινούν και αποθηκεύουν τρόφιμα πρέπει να έχουν σύστημα HACCP (Ανάλυση Κινδύνων, Κρίσιμα Σημεία Ελέγχου) οι περισσότερες δεν διαθέτουν, γεγονός που οφείλεται στο ότι δεν υπάρχουν μητρώο επιχειρήσεων και μητρώο επιθεωρητών για να τις ελέγξουν», τόνισε ο κ. Τσιλφίδης. Το σύστημα HACCP αφορά την εφαρμογή των κανόνων υγιεινής, τη σωστή εκπαίδευση του προσωπικού και τον αποτελεσματικό ποιοτικό έλεγχο των παραγομένων τροφίμων.




