Αφού εγγραφούν ον-λάιν στην «23andΜe», οι πελάτες λαμβάνουν δι΄ αλληλογραφίας ένα κιτ δειγματοληψίας σάλιου και στέλνουν το δείγμα πίσω στην εταιρεία. Τέσσερις έως έξι εβδομάδες μετά, τα αποτελέσματα τούς γνωστοποιούνται από την ιστοσελίδα της εταιρείας. Δείχνουν αν έχουν γονίδια που τους προδιαθέτουν για καρδιαγγειακές ασθένειες, ορισμένους καρκίνους, διαβήτη ή άλλες παθολογίες. Τα ατομικά γενετικά προφίλ που διαμορφώνονται με τον τρόπο αυτό μπορούν εξάλλου να συγκριθούν με αυτά συγγενών και να δημιουργηθεί ένα γενεαλογικό δένδρο. Η «23andΜe», το όνομα της οποίας παραπέμπει στα 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων του ανθρώπινου γονιδιώματος, δημιουργήθηκε πριν από 18 μήνες από την Αν Βοϊτσίτσκι, ειδικό σε επενδύσεις στον τομέα της υγείας και σύζυγο του συνιδρυτή της Google Σέρτζι Μπριν, και την Λίντα Έιβι, η οποία έχει εργαστεί πολλά χρόνια στον τομέα της βιοφαρμακευτικής.
Αυτά τα νέα προσωπικά γενετικά τεστ δεν εξετάζουν ολόκληρο το ανθρώπινο γονιδίωμα, που αποτελείται από 3 δισ. βασικά ζεύγη DΝΑ. Κάτι τέτοιο θα κόστιζε γύρω στο ένα εκατομμύριο δολάρια. Η ανάλυση επικεντρώνεται σ΄ έναν περιορισμένο αριθμό σημείων του γονιδιώματος που είναι γνωστό ότι διαφέρουν από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Τα τεστ της «23andΜe» αφορούν έτσι 600.000 από τα σημεία αυτά, που αποκαλούνται SΝΡ (single nucleotide polymorphisms, απλοί πολυμορφισμοί νουκλεοτιδίου). Η πραγματοποίησή τους ανατέθηκε στην εταιρεία Ιllumina του Σαν Ντιέγκο.
Θεωρητικά θα μπορούσε κάποιος να αναλύσει το DΝΑ ενός τρίτου, στέλνοντας δείγμα του σάλιου του που έχει πάρει εν αγνοία του. Όμως η Αν Βοϊτσίτσκι θεωρεί τον κίνδυνο αυτό πολύ περιορισμένο για την 23andΜe, στο μέτρο που η εταιρεία ζητεί δείγμα σάλιου αρκετά σημαντικό και δεν αρκείται στο επίχρισμα του εσωτερικού της παρειάς. ΤΑ ΓΟΝΙΔΙΑΚΑ ΤΕΣΤ προσφέρουν επιστημονική γνώση, αλλά οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τα ευρήματά τους για να προλάβουν ασθένειες, όπως ο καρκίνος. Σαφής και κατηγορηματικός ο ακαδημαϊκός κ. Δημήτριος Τριχόπουλος, καθηγητής Επιδημιολογίας και Πρόληψης του Καρκίνου στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, εξηγεί γιατί ο ίδιος δεν θα υπέβαλλε τον εαυτό του σε τέτοια τεστ.
«Πολύ απλά δεν θα ήθελα να ξέρω», τονίζει. «Μέχρι στιγμής το μόνο που κερδίζουμε από τα γονιδιακά τεστ είναι επιστημονική γνώση, οι ενδιαφερόμενοι όμως δεν μπορούν με τη βοήθειά τους να κάνουν κάτι επιπλέον για να προλάβουν λ.χ.
τον καρκίνο, πέρα απ΄ όσα ήδη γνωρίζουμε και συνιστάμε, δηλαδή συστηματικές προληπτικές εξετάσεις και υιοθέτηση των κανόνων της υγιεινής διαβίωσης- τα γενικά μέτρα πρόληψης δηλαδή τα οποία ούτως ή άλλως πρέπει να υιοθετήσει ο κόσμος για καλή υγεία».
Άλλωστε, ακόμη κι αν το τεστ εντοπίσει ένα παθολογικό γονίδιο, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί εάν και πότε θα εξελιχθεί σε νόσημα, διότι «δεν γνωρίζουμε ακόμη εκείνους του παράγοντες που κάνουν ένα γονίδιο να μεταλλάσσεται και να οδηγεί στον καρκίνο», προσθέτει.
Η διαρροή προσωπικών δεδομένων είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο ο κ. Τριχόπουλος εκφράζει ανησυχίες. «Οι εταιρείες που πραγματοποιούν τα γονιδιακά τεστ αναφέρουν πως τα στοιχεία των πελατών τους είναι απόρρητα, το ίδιο και τα αποτελέσματα των τεστ. Εάν όμως για οποιονδήποτε λόγο τα στοιχεία αυτά διαρρεύσουν, οι κίνδυνοι είναι πολλοί. Οι πολίτες που έχουν προδιάθεση να αρρωστήσουν σοβαρά μπορεί να στιγματιστούν, με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν δουλειά ή να μη δέχεται κανείς να τους ασφαλίσει», εξηγεί.
πηγη: ΤΑ ΝΕΑ




