Οι μεγάλοι του ελληνικού τραγουδιού έχουν σταματήσει να δημιουργούν εδώ και χρόνια, οι τραγουδιστές του έντεχνου αναζητούν απεγνωσμένα ένα σουξέ και διασύρονται στις πίστες και στον ανταγωνισμό με το σκυλο-ποπ, η δισκογραφία ασχολείται μόνο με εμπόριο ringtones. Το τραγούδι, όπως το ξέραμε τις τελευταίες δεκαετίες, πέθανε. Τώρα είναι ο καιρός της πίστας και του σουξέ στα κινητά.
Το τέλος του ελληνικού τραγουδιού; Οχι βέβαια. Σίγουρα όμως το τέλος του ελληνικού τραγουδιού όπως το γνωρίζαμε. Στην κορυφή του μουσικού Ολύμπου δέσποζαν οι Μάνος Χατζιδάκις και Μίκης Θεοδωράκης και οι άλλοι σημαντικοί: Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, Σαββόπουλος, Μικρούτσικος. Κάθε νέο τους έργο έδινε ένα στίγμα. Υστερα είχαμε τους νεότερους τραγουδοποιούς (Κατσιμίχες, Πορτοκάλογλου, Μαχαιρίτσα, Μάλαμα, Τσακνή) που ακόμη κι όταν οι ίδιοι δεν ήταν πλέον νέοι, οι δίσκοι τους εξακολουθούσαν να αφορούν τη νιότη.
Aπό κοντά, υπήρχε και το τραγούδι της εκτόνωσης, της κατανάλωσης. Οι ζεν πρεμιέ και οι ενζενί, οι ντίβες και οι θεές της νύχτας ικανοποιούσαν την επαρχιώτικη ανάγκη μας να έχουμε και εμείς μια ανθυπομαντόνα. Είχαμε κι ένα δισκογραφικό μηχανισμό με ατμομηχανές καταξιωμένους τραγουδιστές (Νταλάρα, Αλεξίου, Γαλάνη κ.ά.) που τα κινούσε όλα αυτά, τα παρήγαγε και τα πολλαπλασίαζε. Πότε πότε ξέφευγε κάτι απρόπτοο, είχαμε και σουξέ. Τώρα;
Σταμάτησαν να γράφουν
Τώρα πια ο Θεοδωράκης με εξαίρεση την «Οδύσσεια» παρακολουθεί τις συναυλίες της ορχήστρας του, ο Ξαρχάκος διευθύνει τα έργα του στην ΚΟΕΜ, ο Μικρούτσικος είχε επιτυχία με ένα παλιό του έργο τον «Σταυρό του Νότου»... Οι περισσότεροι έχουν σχεδόν σταματήσει να γράφουν τραγούδια, αλλά μόνο ο Σαββόπουλος είπε ευθέως πως δεν θα ξαναγράψει καινούργια.
Από την άλλη, οι τροβαδούροι καθώς πενηντάρισαν δεν είναι κι αυτοί αυτό που ήταν. Δεν ξαφνιάζουν μουσικά, δεν προκαλούν στιχουργικά, έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έφερναν κάτι καινούργιο. Βεβαίως υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης (στο κατώφλι των 40) και ο Σωκράτης Μάλαμας όταν τραγουδούν μαζί, μοιάζουν να συμμερίζονται τους στίχους του Ν. Πορτοκάλογου για «μια νέα αρχή».
Πέρασε όμως και ο καιρός της παντοδυναμίας της Βίσση και της Βανδή. Δεν ηλεκτρίζουν. Τώρα βρισκόμαστε στον αστερισμό της Παπαρίζου, αλλά όχι με την ίδια δυναμική. Οι λαϊκοπόπ πρωταγωνιστές της πίστας δυσκολεύονται χωρίς σουξέ. Δυσκολεύονται όμως και οι καθιερωμένοι ερμηνευτές. Τα τελευταία χρόνια σε πολλές περιπτώσεις οι καλύτεροι τραγουδιστές μας μοιάζουν να έχουν πρότυπο τους χειρότερους. Οχι βεβαίως επειδή είναι χειρότεροι, αλλά επειδή είναι δημοφιλέστεροι. Ο μόνος που φαίνεται να γλιστράει μέσα από την κρίση είναι ο Μιχάλης Χατζηγιάννης.
Ολοι σε αμηχανία
Ολοι είναι σε μια αμηχανία. Οι τραγουδιστές ψάχνουν συνθέτες και στιχουργούς, οι εταιρείες σταμάτησαν ήδη από τη δεκαετία του '90 να ρισκάρουν, τώρα και να παράγουν, ενώ υιοθετούν την κυνική συμπεριφορά των μαμάδων-πολυεθνικών. Στο μεταξύ το Ιντερνετ ανακηρύσσεται το μέλλον στις πωλήσεις, τα δισκοπωλεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο, οι νέες συμφωνίες γίνονται μέσα από φορείς της κινητής τηλεφωνίας (Cosmote, Vodafon), κι έτσι η μουσική μαγεία έδωσε τη θέση της στην εταιρική έκπληξη.
Τα κριτήρια πια για να γίνεις γνωστός δεν είναι καν αν θα κάνεις ένα σουξέ σαν τον «Παπαγάλο» που τραγουδούσε κάποτε ο Πανταζής, αλλά τα καλαμπούρια και τα ήθη ψυχοπάθειας της τηλεόρασης.
Ο τελευταίος δίσκος του Γιώργου Νταλάρα μοιάζει σαν να ακούς αντίγραφα τραγουδιών που έχουν πει ο Ρέμος, ο Πλούταρχος και ο Χατζηγιάννης, ενώ ακούγοντας τον δίσκο της Aλκηστης Πρωτοψάλτη αισθάνεσαι σαν να βομβαρδίζεσαι από συγκεκριμένη επαναλαμβανόμενη ποπίζουσα ατμόσφαιρα. Η Χαρούλα Αλεξίου επέλεξε δύο live και η Δήμητρα Γαλάνη προτίμησε μια περιήγηση στις σύγχρονες λαϊκές μουσικές του κόσμου με ελληνικό στίχο.
Ασφάλεια από την πλευρά τους είναι τα πολυσυλλεκτικά cd, αλλά όπως συμφωνούν οι περισσότεροι «δεν υπάρχει δημιουργία». Ετσι, πληθαίνουν οι δίσκοι που γεννήθηκαν από εμπορικό σκοπό παρά από μια ψυχική ανάγκη.
Δουλεύουν με πατρόν
Τα περισσότερα τραγούδια δεν έχουν κοινό νόημα. Δεν έχουν καν νόημα. Σαν να ράβουν οι δημιουργοί πατρόν για κάθε είδος και καθε target group. Τη δεκαετία του '80 ο Τάκης Μουσαφίρης παινευόταν ότι ράβει κοστουμάκια στα μέτρα κάθε ερμηνευτή. Τώρα, τα κοστούμια οι ίδιοι οι τραγουδιστές τα ζητούν στα μέτρα πετυχημένων συναδέλφων τους.
Το πιο ενοχλητικό δεν είναι ότι αυτά τα τραγούδια είναι άσχετα μεταξύ τους: γιατί μπορεί ας πούμε «Η εκδίκηση της γυφτιάς» των Ξυδάκη - Ρασούλη να είχε ένα συμπαγές και διεκδικητικό ενορχηστρωτικό και συνθετικό ύφος αλλά π.χ. το «Για μια μέρα ζωής» του Λοΐζου ήταν ένα άθροισμα από ετερόκλητα μουσικά πειράγματα. Μήπως ο Σαββόπουλος δεν είχε κι αυτός ποικιλία;
Αυτό που αποκαλύπτει τους δίσκους των τελευταίων χρόνων, δεν είναι τα πιο διαφορετικά πρότυπα τραγουδιών αλλά τα πιο διαφορετικά μουσικά στερεότυπα. Γι' αυτό κάθε cd συνήθως μοιάζει με άνευρο δειγματολόγιο από προσπάθειες επιτυχίας. Μια καλή εξαίρεση ήταν ο δίσκος του Νίκου Ξυδάκη με την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Ομως, ήταν τυχαίο που ετοιμαζόταν 10 χρόνια;
Αλλά και το κοινό δεν είναι άμοιρο ευθυνών. Η κατανάλωση και η εκτόνωση πάντα υπήρχε στις ανάγκες μας, ωστόσο, δύσκολα μπορεί να θυμηθεί κανείς εποχή που υπήρχαν μόνο αυτά τα δύο.
Μεγαλώνουν οι καταξιωμένοι τραγουδιστές, μαζί τους κι εμείς, το κοινό που τους αγάπησε, τραγούδησε μαζί τους και τους στήριξε στα παραπατήματά τους. Οι νεότεροι που δεν έχουν αναμνήσεις και συναισθηματικούς δεσμούς μαζί τους, ενδιαφέρονται μόνο για τα σουξέ τους. Ο παρορμητισμός της ηλικίας τους δεν προσφέρει υπομονή. Υπάρχει μια ταχύτητα προς το καινούργιο. Πώς να τους κατηγορήσεις κιόλας; Η ζωή είναι πιο γρήγορη, οι σχέσεις μας, οι κουβέντες μεταξύ μας.
Μιχάλης Χατζηγιάννης
Ο πολυμήχανος πρίγκιπας του λάιτ έχει σίγουρα ταλέντο για να πρωταγωνιστεί και στις δύο όχθες του τραγουδιού. Βρίσκεται στην πρώτη γραμμή τουλάχιστον την τελευταία τετραετία, έχει ταλέντο να γράφει τραγούδια και να τα κάνει σουξέ, να γεμίζει τους χώρους που εμφανίζεται. Εχει γίνει μπαλαντέρ μεταξύ των δύο κόσμων του ελληνικού τραγουδιού, ενώ στις εμφανίσεις του υιοθετεί τη συμπεριφορά των τραγουδιστών της πίστας. Φέτος, στο πρόγραμμά του στο «Vox» συμπεριέλαβε τη Γλυκερία ως γκεστ σταρ...
Τάνια Τσανακλίδου
Ξέρει ότι δεν πουλάει δίσκους και σταμάτησε εδώ και χρόνια να αγωνιά γι' αυτό και να μηχανεύεται τρόπους παραμονής στη δισκογραφία. Η Τάνια Τσανακλίδου βάζει τα γυαλιά σε πολλούς συνομήλικους συναδέλφους της στα live. Απογυμνώνει τον εαυτό της στη σκηνή, αυτοσαρκάζεται και δεν συναγωνίζεται ξενύχτια, κατανάλωση και μεροκάματα. Πέτυχε μάλιστα να καθιερώσει τη δική της πρόταση: διασκέδαση στις 9.30 ακριβώς! Με γεμάτο το «Μετρό».
Γιώργος Νταλάρας
Ο δίσκος «Με το 'να πόδι στ' άστρα και τα δυο στην κόλαση» δεν ήταν από τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του. Ακόμη και το εξώφυλλο που τον εμφανίζει να βγαίνει μέσα από ένα κάδρο, δεν αρμόζει στην αισθητική του. Ομως και με τις εμφανίσεις του στο «Παλλάς», μας μπέρδεψε φέτος. Υπερπαραγωγή για όσους θέλουν να ευχαριστηθούν δεκαετίες επιτυχιών, αλλά με σκηνικά και εφέ που αποσπούν τον θεατή από το τραγούδι. Το μουσικό μέρος μας θύμισε τον παλιό Νταλάρα, ακυρώθηκε όμως από το αισθητικό.
Διονύσης Σαββόπουλος Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Η είδηση της δισκογραφικής συνεργασίας τους αλλά και των εμφανίσεών τους τον Φεβρουάριο στο Polis Theater είναι η έκπληξη της σεζόν. Εχουν άλλωστε πολλά κοινά. Και οι δύο δεν ξέρουν καλή μουσική (το 'χουν παραδεχτεί), βασίζονται στους μουσικούς τους, βασίζονται στην ποίηση, δανείζονται από τις πιο διαφορετικές μουσικές παραδόσεις, από το ροκ και την τζαζ ώς το λαϊκό και το δημοτικό. Αλλά το αποτέλεσμα κάνει τη διαφορά: είναι αναπάντεχο, περιέχει μουσικότητα και έκπληξη.
Νίκος Ξυδάκης Ελευθερία Αρβανιτάκη
Ο δίσκος «Γρήγορα η ώρα πέρασε» δεν είναι καινούριος, είναι όμως από τα καλύτερα άλμπουμ των τελευταίων χρόνων στη δισκογραφία με μεγάλη απόσταση από όλα τα υπόλοιπα. Εχει χαρακτήρα, αυστηρότητα, λιτότητα. Αποτελεί πρόταση και παράδειγμα σε δημιουργούς και ερμηνευτές που κομπάζουν με τη μετριότητα. Ενας δίσκος που δεν βιάζεται στην εποχή της ταχύτητας. Απόδειξη ότι χρειάστηκε δέκα χρόνια μέχρι να ετοιμαστεί και να εκδοθεί.
πηγη: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ




