Ο Γιάννης Παπαμιχαήλ παρουσιάζει το "μυστικό" της Αλίκης Βουγιουκλάκη

Ο γιος της Αλίκης Βουγιουκλάκη, Γιάννης Παπαμιχαήλ, στο βιβλίο του «Εχω ένα μυστικό» εξιστορεί απίστευτα πράγματα για τη ζωή των γονιών του και λεπτομέρειες από τη ζωή της μητέρας του όπως τη βίωσε ο ίδιος ή του τη διηγήθηκε εκείνη. Εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο δημοσιεύει σήμερα «Το Βήμα»


Ερωτες, πάθη, κόντρες και καλά κρυμμένα μυστικά αποκαλύπτονται στο βιβλίο του γιου της Αλίκης και του Δημήτρη, του Γιάννη Παπαμιχαήλ, με τίτλο Εχω ένα μυστικό, που θα κυκλοφορήσει από αύριο Δευτέρα από τις εκδόσεις Λιβάνη. Η πολυαναμενόμενη αυτή έκδοση του εκδοτικού οίκου Λιβάνη, σε επιμέλεια του κ. Νίκου Νικόλιζα και της κυρίας Βασιλείας Ζερβού, σκοπεύει να ταράξει τα νερά με όσα περιλαμβάνει.

Ο μονάκριβος γιος της Αλίκης, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, χωρίς φόβο και με πολύ πάθος, εξιστορεί απίστευτα πράγματα για τη ζωή των δύο μεγάλων ηθοποιών, όπως εκείνος τα βίωσε και όπως η μητέρα του τα εξιστορούσε σε εκείνον ως την ώρα που έφυγε από τη ζωή. Το βιβλίο αρχίζει αντίστροφα, με τον Γιάννη Παπαμιχαήλ να θυμάται λεπτό προς λεπτό τις τραγικές στιγμές που έζησε όταν τον ενημέρωσαν πως η μητέρα του πάσχει από καρκίνο. Τι του είπε λίγες ώρες προτού φύγει από τη ζωή, καθώς και τι ανέφερε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ πάνω από το προσκεφάλι της Αλίκης λίγα εικοσιτετράωρα προτού εκπνεύσει.

Η περιήγησή του συνεχίζει με όσα η ίδια η Αλίκη τού διηγούνταν για τη ζωή της. Οι κόντρες της μητέρας του με τον πατέρα του προτού παντρευτούν και πώς εκείνοι έφθασαν στον γάμο, η γέννηση του Γιάννη, το διαζύγιο και τα τραγικά περιστατικά που του έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη ως σήμερα. Ο άγνωστος γάμος με τον κύπριο επιχειρηματία Γιώργο Ηλιάδη, ο χωρισμός και το διαζύγιο. Η σχέση της Αλίκης με τον Βλάση Μπονάτσο και τα άγνωστα περιστατικά που συνέβησαν καθ' όλη τη διάρκεια της συμβίωσής τους.

Στο βιβλίο αναφέρεται η σχέση Αλίκης - Σπυρόπουλου, οι κόντρες που υπήρξαν με τον Γιάννη και ο ρόλος της Δήμητρας Λιάνη πριν και μετά τον θάνατο της Αλίκης.

Ενα από τα σημαντικότερα κεφάλαια, όπως γράφει ο Γιάννης, είναι η ζωή του μετά τον θάνατο της μητέρας του και οι κόντρες με τον πατέρα του. Πρώτη φορά ο Γιάννης μιλάει για τα περιουσιακά στοιχεία της Αλίκης, τις κατηγορίες για κατασπατάληση της περιουσίας, καθώς και την αποκλήρωση από τον πατέρα του.

Ενα βιβλίο που, σύμφωνα με τον Γιάννη Παπαμιχαήλ, «δεν πρόκειται για αγιογραφία αλλά για μια μυθική ζωή δύο σπουδαίων ανθρώπων: των γονιών μου».

Η αρχή του τέλους


1996. Η χρονιά που σημάδεψε όχι μόνο εμένα αλλά ολόκληρη την Ελλάδα. Τους Ελληνες που αγάπησαν την Αλίκη, το Αλικάκι τους. Εκείνη που τους μοίραζε απλόχερα την αισιοδοξία. Από συναισθηματικής πλευράς, για μένα ήταν η χειρότερη χρονιά που έχω ζήσει ως σήμερα. Η χρονιά που έχασα τη μητέρα μου. Το στήριγμά μου. Το τι σήμαινε, σημαίνει και θα σημαίνει η μητέρα μου για μένα είναι κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Ηταν μάνα και πατέρας μαζί. Και το λέω αυτό γιατί ως παιδί χωρισμένων γονιών ως την ενηλικίωσή μου ζούσα με τη μητέρα μου και ανά τακτά χρονικά διαστήματα έβλεπα και τον πατέρα μου.

Το 1996 ήταν η χρονιά που θα υπηρετούσα στο Ναυτικό. Ξεκίνησε όπως όλες οι χρονιές: ήσυχα, χωρίς καμία ιδιαίτερη εξέλιξη σε κανέναν τομέα. Εγώ ετοιμαζόμουν να καταταγώ στο Ναυτικό ενώ η μητέρα μου είχε ανεβάσει μία ακόμη θεατρική παράσταση που κυριολεκτικά σάρωνε από άποψη εμπορικότητας αλλά και προβολής. Ηταν η περίφημη «Μελωδία της ευτυχίας», που για όλους εμάς πολύ σύντομα θα γινόταν η «Μελωδία της δυστυχίας»...

Οσον αφορούσε εμένα, λοιπόν, υπήρχε προετοιμασία, άγχος και γενικά μια ανασφάλεια, όπως νιώθουν όλα τα ελληνόπουλα που ετοιμάζονται να υπηρετήσουν τη θητεία τους. Τίποτε δεν προμήνυε όμως πως η χρονιά αυτή έμελλε να είναι η τελευταία για τη μάνα μου - η τελευταία για την Αλίκη της Ελλάδας.

Ηταν εκείνο το μοιραίο μεσημέρι που θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου.

Καταραμένο μεσημέρι του '96!

Η πρώτη ένδειξη ότι η μητέρα μου ήταν άρρωστη ήρθε τηλεφωνικώς. Ηταν η τρίτη ημέρα που βρισκόμουν στο Κέντρο Εκπαίδευσης Παλάσκας όταν τηλεφώνησα στο σπίτι μου. Ηταν μεσημέρι και η μητέρα μου είχε ήδη ξυπνήσει. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής μού μιλούσε εκείνη με τα τυπικά λόγια της ελληνίδας μάνας που το παιδί της υπηρετεί την πατρίδα.

- Καλά είσαι, αγόρι μου; Εγκλιματίστηκες; Πες μου, πώς περνάς; άρχισε να με ρωτάει, με το άγχος της μάνας που αγαπάει το παιδί της όσο τίποτε άλλο.

- Ολα καλά, της απάντησα. Εσύ πώς είσαι;

Η αλήθεια είναι πως κάτι διέκρινα στη φωνή της. Ηταν κάπως διαφορετική, σαν να είχε γρίπη ή κάτι τέτοιο. Ακουγόταν σαν να μην είχε καθόλου όρεξη για συζήτηση. «Κόπωση από την πολλή δουλειά» σκέφτηκα στην αρχή.

- Καλά είμαι, παιδί μου, κάπου πρέπει να κρύωσα, αλλά έχω και λίγο πυρετό, μου αποκρίθηκε εκείνη.

Η μάνα μου ήταν από τους ανθρώπους που σπάνια αρρωσταίνουν, έκανε υγιεινή διατροφή, γενικά δεν κάπνιζε ούτε έπινε αλκοόλ.

- Πάρε κάτι, καμιά αντιβίωση, ή να σε δει κάποιος γιατρός, γιατί έχεις και τις παραστάσεις, της είπα εγώ.

- Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα σοβαρό, ένα ελαφρύ κρύωμα είναι. Εσύ πες μου τώρα, πώς σου φαίνεται το Ναυτικό; με ρώτησε όλο αγωνία, κι εγώ άρχισα να της εξιστορώ διάφορα περιστατικά από την εσώκλειστη ζωή μου στον στρατό...

Αφού ολοκληρώθηκε η βασική μου εκπαίδευση, πήρα άδεια και κάναμε Πάσχα όλη η οικογένεια στο εξοχικό μας στον Θεολόγο. Καθήσαμε στο τραπέζι και τελευταία πήρε τη θέση της η μητέρα μου. Πάντα έτσι έκανε όταν είχε καλεσμένους. Ηθελε να τους περιποιηθεί όλους και μετά να καθήσει κι εκείνη.

Εδειχνε μάλλον εξαντλημένη. Δεν ήταν η Αλίκη που εγώ ήξερα, με το χαμόγελο στα χείλη, να κάνει τα δικά της νάζια στους οικείους και στους καλεσμένους της. Δεν ήταν εκείνη που περνούσε από δίπλα σου και σου έδινε δύναμη. Τα πόδια της δεν «πετούσαν» όπως τις άλλες φορές. Τα έσερνε, λες και είχε να κοιμηθεί μέρες ολόκληρες. Θυμόμουν τις άλλες χρονιές, που τέτοιες μέρες ένιωθε σαν κοριτσάκι, και τώρα...

Ουδέποτε πήγε το μυαλό μου ότι η μητέρα μου ίσως έπασχε από κάτι πολύ άσχημο, κάτι μη αναστρέψιμο. Αλλωστε, όπως προείπα, γενικά αρρώσταινε σπάνια, ακολουθούσε υγιεινή διατροφή, δεν κάπνιζε συστηματικά και δεν έπινε αλκοόλ. Με απλά λόγια, πρόσεχε πάρα πολύ τον εαυτό της. Κάθε πρωί θα έπινε απαραιτήτως φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, απέφευγε το κρέας και είχε μεγάλη αδυναμία στο ψάρι.

Καθήσαμε λοιπόν και φάγαμε και με δυο λόγια περάσαμε ένα ήρεμο Πάσχα, χωρίς τους πολλούς φίλους που σχεδόν πάντα καλούσε στο εξοχικό μας σε τέτοιες

Οι άγιες μέρες του Πάσχα πέρασαν και όλοι μαζί φύγαμε από το σπίτι στον Θεολόγο για το σπίτι στην Αθήνα. Η άδειά μου τελείωνε, είχα ακόμη τρεις-τέσσερις μέρες ελεύθερες μέχρι να παρουσιαστώ στη μονάδα. Αν και δεν το συνήθιζα, για έναν ακατανόητο λόγο εκείνη τη φορά περάσαμε πολλές ώρες μαζί, να μιλάμε, να αγκαλιαζόμαστε και να χαζεύουμε στην τηλεόραση. Σαν να μου έλειπε η ζεστασιά της χρόνια, σαν να την είχα πιο πολλή ανάγκη από ποτέ. Σαν κάτι να ήθελε να μου πει η μοίρα. Ηταν αυτό το κάτι που τριβέλιζε το υποσυνείδητό μου.

Μία από εκείνες τις μέρες, έτσι όπως καθόμασταν στο σαλόνι, μου είπε κάπως διστακτικά:

- Γιάννη μου, αύριο θα πάω με τον θείο σου τον Αντώνη στη Γερμανία για να κάνω κάποιες εξετάσεις. Μην ανησυχήσεις, δεν είναι τίποτα, απλώς για προληπτικούς λόγους, και χαμήλωσε κάπως το κεφάλι, σαν κάτι να τη βασάνιζε. Δεν ήθελε όμως σε καμία περίπτωση να το δείξει.

«Η μάνα μου για εξετάσεις, και μάλιστα στο εξωτερικό;» αναρωτήθηκα. Μου φάνηκε λίγο περίεργο. Αλλά και πάλι δεν ανησύχησα υπερβολικά γιατί επαναπαύτηκα σε αυτά που μου είπε. Πράγματι το επόμενο πρωί αναχώρησαν.

Το ταξίδι αυτό της το είχε κανονίσει ο Μίνως Κυριακού - μάλιστα πήγαν με το ιδιωτικό του αεροπλάνο και με τη συνοδεία του καθηγητή Λυγιδάκη. Οι εξετάσεις, όπως έμαθα μετά, ήταν επώδυνες. Η μητέρα μου κάποια στιγμή σχολίασε με χιούμορ στον Κώστα Σπυρόπουλο:

- Αν είναι να περάσω από τέτοιες δοκιμασίες, πες στους Γερμανούς να μου ρίξουν και το αέριο να τελειώνουμε!

Οι γερμανοί γιατροί διαπίστωσαν ό,τι ακριβώς και οι Ελληνες. Παρ' όλο που δεν της ανακοίνωσαν το πραγματικό πρόβλημα, εκείνη κατάλαβε ότι μάλλον ήταν κάτι σοβαρό. Ωστόσο, έδειξε θάρρος και αισιοδοξούσε. Ισως και να είχε ελπίδες πως όλα θα άλλαζαν. Γι' αυτό και στην επιστροφή της στην Ελλάδα δήλωσε στους δημοσιογράφους:

- Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και την αγάπη σας. Η κατάσταση της υγείας μου είναι άσχημη, αλλά εγώ δεν το βάζω κάτω. Είμαι παλικάρι! Θα πολεμήσω και θα νικήσω!

Εγώ λοιπόν ως εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τίποτα. Το παραμικρό.

Την ξαναείδα μετά από σαράντα οκτώ ώρες να επιστρέφει στο σπίτι φανερά ταλαιπωρημένη.

- Τι έγινε; Ολα καλά; τη ρώτησα με αγωνία.

- Ναι, όλα καλά, απάντησε χαρούμενη, χωρίς να φανερώνει κανένα φόβο.

- Γιάννη μου, πήγαν όλα καλά, απλώς περιμένουμε να βγουν κάποιες εξετάσεις αύριο για να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι, πρόσθεσε ο θείος μου ο Αντώνης. Παράλληλα μου έκανε ένα νεύμα να μη συνεχίσω τις ερωτήσεις.

Η αλήθεια είναι πως ο ρόλος που έπρεπε να παίξει ο θείος μου ήταν διπλά δύσκολος. Επειδή εκείνος γνώριζε τα αποτελέσματα των εξετάσεων που είχαν γίνει στην Ελλάδα, έπρεπε να δείξει τόσο προς εμένα όσο και προς την Αλίκη ότι «όλα είναι καλά, κανένα πρόβλημα». Η λέξη «καρκίνος» δεν είχε ειπωθεί ακόμη και δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ούτε κατά διάνοια.

Το βράδυ η μητέρα μου, κουρασμένη από το ταξίδι, έπεσε αρκετά νωρίς για να κοιμηθεί. Δεν έφαγε παρά ελάχιστα, με φίλησε στο μέτωπο και πήγε στο υπνοδωμάτιό της. Είχε, όπως είπαμε, και τον πυρετό, αλλά κανείς δεν φαινόταν να δίνει ιδιαίτερη σημασία σ' αυτό...

Την άλλη μέρα βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων από τη Γερμανία και ο θείος μου, με αγωνία, θέλησε αμέσως να μας ενημερώσει, τόσο τη μητέρα μου όσο και εμένα.

- Ολα καλά, καλοήθης είναι ο... πώς να τον πω, ο... αυτό που έχει τέλος πάντων η Αλίκη μου, μας λέει, και εγώ παγώνω στο άκουσμα της λέξης «καλοήθης».

Αμήχανος και μπερδεμένος ακουγόταν ο θείος μου, που πιστεύω πως πρέπει να του είχε πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μαθαίνοντας τα αποτελέσματα και κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες πρώτα από όλα να ηρεμήσει ο ίδιος κι ύστερα να καθησυχάσει κι εμάς. Στη λέξη «καλοήθης», λοιπόν, αμέσως το μυαλό μου πήγε σε όγκο φυσικά.

- Μα τι «καλοήθης» λέει ο θείος, μαμά; ρώτησα την Αλίκη, για να πάρω τη σοκαριστική απάντησή της:

- Ουφ! Η μανούλα θα ζήσει τελικά, Γιάννο μου. Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου!

Κοκάλωσα!

Η μητέρα μου είχε όγκο στο πάγκρεας, καλοήθη κατά τις εξετάσεις. Τις στιγμές εκείνες μου πέρασαν τόσες χιλιάδες σκέψεις και εικόνες από το μυαλό που είναι αδύνατον να τις πλάσει ανθρώπινος νους. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια στον Θεολόγο μαζί της, τις φορές που με διάβαζε για το σχολείο, τις παραστάσεις που έδινε με εμένα να βρίσκομαι στα παρασκήνια και να βλέπω τον κόσμο εκστασιασμένο να τη χειροκροτεί...

Σε κάποια από τις πρώτες μου υπηρεσίες μίλησα τηλεφωνικώς με τη μητέρα μου κι εκείνη μου είπε ότι χρειαζόταν άμεσα να μεταβεί στη Βοστώνη για ένα δεύτερο τσεκ απ.

- Γιάννη μου, παιδί μου, θα σου κανονίσει ο θείος σου ο Αντώνης να πάρεις άδεια, γιατί θέλω να έρθεις μαζί μου αυτή τη φορά, μου είπε με μια γεμάτη άγχος φωνή.

Εκεί κατάλαβα πως ίσως τα πράγματα να μην ήταν και τόσο καλά. Οτι ίσως έπρεπε να ψάξουμε το θέμα της αρρώστιας της ακόμη περισσότερο...

Το ταξίδι στη Βοστώνη

 

Το πολυπόθητο χαρτί της εξόδου μού δόθηκε άμεσα και, αφού μάζεψα τα πράγματά μου, πήγα στο σπίτι μας στη Στησιχόρου. Εκεί επικρατούσε πλήρης ησυχία. Μουδιασμένοι όλοι μας. Πηγαίναμε ένα ταξίδι ελπίδας με φόντο το άγνωστο. Κανείς δεν μπορούσε να πει τι εκπλήξεις, δυσάρεστες ή ευχάριστες, μας περίμεναν σε αυτό το «μοιραίο» ταξίδι. Μαζί με τη μητέρα μου ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας. Βάλαμε κάποια ρούχα μέσα, σαν να επρόκειτο για ταξίδι της μιας μέρας. Δεν ήταν όμως σαν τις άλλες φορές που εκείνη περίμενε πώς και πώς να ετοιμάσει τις βαλίτσες της για να φύγει. Οχι, δεν ήταν κάτι τέτοιο. Ηταν ένα ταξίδι που πιστεύω πως η ίδια δεν ήθελε να το κάνει σε καμία περίπτωση. Ηταν σαν κάτι να της έλεγε μέσα της «Μην πας». Δεν ήθελε να ξέρει, δεν ήθελε να μάθει, δεν ήθελε να φύγει...

Την ώρα που ανεβαίνουμε τις σκάλες του Μπόινγκ 747 της Ολυμπιακής η μητέρα μου γυρίζει το κεφάλι και κοιτάζει πίσω της. Σηκώνει το χέρι και χαιρετάει εκείνους που την κοιτάνε. Είναι η πιο χαρακτηριστική στιγμή που πάντα μου έρχεται στον νου: πιασμένοι χέρι χέρι εγώ και εκείνη, καθώς ανεβαίνουμε τα σκαλιά, αυτή να χαιρετάει φωτογράφους, δημοσιογράφους και τον απλό κόσμο που έχει μαζευτεί στο αεροδρόμιο για να την αποχαιρετήσει. Κουνάει το χέρι της όχι με κουράγιο, όπως άλλες φορές, αλλά με την ελπίδα ότι σύντομα θα επιστρέψει στην πατρίδα Ελλάδα. Ενα φωτογραφικό στιγμιότυπο με τα μάτια της καλυμμένα με εκείνα τα σκούρα καφέ στρογγυλά γυαλιά που έχω πάντα δίπλα μου, ανελλιπώς, στο κομοδίνο μου από το 1996. Αυτή η σκηνή δεν μου φεύγει ποτέ από το μυαλό.

Ο Γιάννης Παπαμιχαήλ παρουσιάζει το "μυστικό" της Αλίκης Βουγιουκλάκη (β μέρος)

Ο Γιάννης Παπαμιχαήλ παρουσιάζει το "μυστικό" της Αλίκης Βουγιουκλάκη (γ μέρος)

 

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ Κοινωνία

madata.gr
Σχολιάστε το άρθρο: