Σε πυρηνικό κλοιό βρίσκεται η Ελλάδα. Φόβοι

Σε πυρηνικό κλοιό βρίσκεται η Ελλάδα. Δύο εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας σε απόσταση αναπνοής από τη χώρα μας και η κατασκευή πέντε ακόμη αντιδραστήρων στη γειτονιά μας γεννούν φόβους για το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού ατυχήματος.

Την ώρα που η κοινή γνώμη παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις προσπάθειες των επιστημόνων να αποτρέψουν μια ενδεχόμενη νέα έκρηξη στην καρδιά του ιαπωνικού αντιδραστήρα Φουκοσίμα 1, στη δική μας γειτονιά η Βουλγαρία και η Ρουμανία, που διαθέτουν από ένα εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας, εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο δημιουργίας δύο νέων αντιδραστήρων η καθεμία προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγή ρεύματος.

Προς την ίδια κατεύθυνση προσανατολίζεται και η Τουρκία με την κατασκευή σταθμού στην περιοχή Ακούγιου, όπως εξηγεί στην «Espresso» ο καθηγητής Πυρηνικής Φυσικής στο ΑΠΘ Κωνσταντίνος Παπαστεφάνου: «Από τους τέσσερις αντιδραστήρες που υπήρχαν στο Κοζλοντούι μέχρι το 2006, οι δύο είναι ανενεργοί και οι άλλοι δύο έχουν αναβαθμιστεί. Ταυτόχρονα, η Βουλγαρία σχεδιάζει να κατασκευάσει άλλους δύο σύγχρονους σταθμούς για να φτάσει τους τέσσερις.

Βεβαίως και υπάρχει φόβος, διότι όσα μέτρα ασφαλείας και αν παρθούν, πάντα υπάρχει ανοιχτό το ενδεχόμενο ατυχήματος. Και στην Ιαπωνία, αν ρωτούσατε πριν από ένα χρόνο, θα σας έλεγαν πως η πιθανότητα αυτή είναι ένα προς ένα εκατομμύριο, αλλά το κακό έγινε. Βέβαια, μην ξεχνάτε ότι στη Βουλγαρία, που οι σταθμοί λειτουργούν από το 1972 και είναι παλιάς τεχνολογίας, δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα».

Ιδιαιτέρως προβληματισμένος εμφανίζεται από την πλευρά του ο κ. Τάκης Γρηγορίου, υπεύθυνος για θέματα ενέργειας και κλιματικών αλλαγών της Greenpeace: «Η ασφάλεια της πυρηνικής βιομηχανίας είναι μύθος. Σας θυμίζω ότι πριν από λίγα χρόνια υπήρξαν ρωγμές σε κάποιες σωληνώσεις του ανττιδραστήρα στο Κοζλοντούι και η κοινή γνώμη το έμαθε μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Πάντως, πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για ένα είδος πάρα πολύ επικίνδυνης ενέργειας, που δεν μπορεί να συμβαδίσει με τη λεγόμενη καθαρή ενέργεια».

Με δύο αντιδραστήρες λειτουργεί και ο σταθμός Τσερναβόντα στη Ρουμανία, ενώ η κυβέρνηση της χώρας έχει έρθει σε επαφή με εταιρείες για την κατασκευή ακόμα δύο αντιδραστήρων στην περιοχή Μπένελε.

«Αν και σε περίπτωση ατυχήματος τα πράγματα μπορεί να δυσκολέψουν εδώ στη γειτονιά μας, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για εν δυνάμει απειλή, γιατί στους σύγχρονους αντιδραστήρες τρίτης και τέταρτης γενιάς τα ατυχήματα αντιμετωπίζονται βάσει των φυσικών όρων και όχι με τεχνητά μέσα» σημειώνει στην «Espresso» ο πυρηνικός φυσικός και καθηγητής στο ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας Στέργιος Γκανάτσιος.


Ανησυχία για την «καρδιά» του ιαπωνικού αντιδραστήρα

Εντονη ανησυχία εκφράζουν οι Ελληνες επιστήμονες και για την εξέλιξη της τήξης του πυρήνα στον ιαπωνικό αντιδραστήρα μετά τον σεισμό των 8,9 Ρίχτερ. «Αν τελικώς εκραγεί ο αντιδραστήρας, δυστυχώς θα μιλάμε για ένα δεύτερο Τσέρνομπιλ, όχι όμως τόσο μεγάλης εμβέλειας. Εμείς τουλάχιστον στην Ελλάδα δεν κινδυνεύουμε» λέει στην «Espresso» ο πυρηνικός φυσικός, καθηγητής στο ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας Στέργιος Γκανάτσιος και συμπληρώνει: «Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι λόγω της δόνησης αχρηστεύτηκαν τα ψυκτικά μέσα του σταθμού, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τεράστιες θερμοκρασίες και να υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος διαρροής επικίνδυνων ραδιενεργών στοιχείων».

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι χθες για πρώτη φορά οι ιαπωνικές αρχές έκαναν λόγο για τήξη της καρδιάς των αντιδραστήρων, όπως σημειώνει και ο καθηγητής Παπαστεφάνου:

«Στον έναν από τους αντιδραστήρες αυτούς έγινε ελεγχόμενη έκρηξη για να εκτονωθούν οι μεγάλες συγκεντρώσεις σε αέρια που έχουν σχηματιστεί λόγω των υψηλών θερμοκρασιών. Ομως πλέον οι αντιδραστήρες στους οποίους αχρηστεύθηκαν τα ψυκτικά μέσα δεν ελέγχονται. Μπορεί να πιάσουν και θερμοκρασίες των 3.000 βαθμών και εκεί δεν θα αντέξει κανένα μέταλλο. Γίνονται προσπάθειες με τη διοχέτευση χιλιάδων τόνων νερού, αλλά τα ρήγματα είναι μεγάλα και η απώλεια του νερού ακόμη μεγαλύτερη. Στην ουσία κινδυνεύει όλη η βόρεια Ιαπωνία. Ο βαθμός επικινδυνότητας αυτή τη στιγμή είναι στο επίπεδο τέσσερα, ενώ όταν έγινε το ατύχημα στο Τσέρνομπιλ, ήταν στο επτά».