Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στη στρατηγική θέση της Ελλάδας στην αμυντική πολιτική του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι η χώρα μας ανήκει στις πέντε χώρες-μέλη της Συμμαχίας που έχουν ξεπεράσει τον νέο στόχο για τις αμυντικές δαπάνες, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για το 2026.
Στη διάρκεια της ομιλίας του, τόνισε ότι η συζήτηση για τον δίκαιο επιμερισμό των αμυντικών βαρών είχε ξεκινήσει από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε αναδείξει την ανάγκη οι ευρωπαϊκές χώρες να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την κοινή τους άμυνα.
Αναφερόμενος στις εξελίξεις που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τόνισε ότι η αναγνώριση της ανάγκης για μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή αμυντική παρουσία είναι πλέον κοινή παραδοχή μεταξύ των κρατών-μελών.
Προτεραιότητα η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε την ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ ως βασική προτεραιότητα, επισημαίνοντας ότι είναι αναγκαία για τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα της Συμμαχίας στο μέλλον. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει ήδη ξεπεράσει τον στόχο του 5% του ΑΕΠ για τις κύριες αμυντικές δαπάνες, τοποθετώντας την μπροστά από πολλές ευρωπαϊκές χώρες που αναμένεται να φτάσουν σε αυτά τα επίπεδα έως το 2035.
Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι οι υψηλές αμυντικές δαπάνες της χώρας οφείλονται στις γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, σημειώνοντας ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, οι δαπάνες για την άμυνα παρέμεναν πάνω από τον προηγούμενο στόχο του 2% του ΑΕΠ.
Σύνδεση του ΝΑΤΟ με την ευρωπαϊκή άμυνα
Επιπλέον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ συμβαδίζει με τις συζητήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την ενδυνάμωση της κοινής άμυνας και την εφαρμογή της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής.
Κλείνοντας, υπογράμμισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ελλάδας στη νέα στρατηγική της Συμμαχίας, σημειώνοντας ότι η συμβολή της αναγνωρίζεται από τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες προωθούν τη μεγαλύτερη συμμετοχή των ευρωπαϊκών χωρών στις αμυντικές δαπάνες.
Σταθερή δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ
Ο πρωθυπουργός εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν προσηλωμένες στο ΝΑΤΟ, δηλώνοντας ότι δεν βλέπει πιθανότητα αποχώρησης τους από τη Συμμαχία. Αναφέρθηκε στην ικανοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ από τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής, όπου οι ευρωπαϊκές χώρες ανταποκρίθηκαν στο αίτημά του για αύξηση των αμυντικών τους δαπανών.
Σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αυτή η εξέλιξη σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής για τη Συμμαχία, ωφέλιμη για όλα τα κράτη-μέλη.
Εκπαίδευση Ελλήνων πιλότων στα F-35 από το 2027
Αναφορικά με το πρόγραμμα απόκτησης των F-35, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι οι Έλληνες πιλότοι θα αρχίσουν την εκπαίδευσή τους το 2027. Τα αεροσκάφη βρίσκονται ήδη σε φάση κατασκευής και η προμήθειά τους έχει δρομολογηθεί.
Η Ελλάδα προχωρά στον σχεδιασμό της για την ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας, χωρίς να σχολιάσει τις επιλογές άλλων χωρών ή τις αποφάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με τις εξαγωγές αμυντικών συστημάτων.
Νομικά εμπόδια για την Τουρκία
Τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι υπάρχουν σημαντικά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία που εμποδίζουν την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Υπογράμμισε ότι η αποπομπή της Άγκυρας συνδέεται με την προμήθεια του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, το οποίο θεωρείται ασύμβατο με την τεχνολογία των F-35.
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με πιθανές πωλήσεις F-35 στην Τουρκία, ο πρωθυπουργός απέφυγε να σχολιάσει τις αποφάσεις άλλων κρατών, τονίζοντας ότι η Ελλάδα δεν υποδεικνύει στις Ηνωμένες Πολιτείες πού θα διαθέσουν αμυντικό εξοπλισμό.
Μητσοτάκης: «Το casus belli είναι μια ιστορική ανορθογραφία»
Σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα για την άρση του casus belli έστειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, χαρακτηρίζοντας την απειλή πολέμου που διατηρεί η Τουρκία από το 1995 ως «ιστορική ανορθογραφία», η οποία δεν συνάδει με τις προσπάθειες βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι έχει θέσει το ζήτημα και σε προηγούμενη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επισημαίνοντας ότι η διατήρηση της απειλής πολέμου δεν συμβαδίζει με την προσπάθεια οικοδόμησης σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Όπως ανέφερε, παρά τις διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν ανάμεσα στις δύο χώρες, στόχος πρέπει να είναι η ειρηνική συνύπαρξη και η διατήρηση ενός σταθερού διαλόγου.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ακόμη ότι στην Ευρώπη υπάρχει ευρεία αντίληψη πως το casus belli δεν συνάδει με το πνεύμα συνεργασίας και αλληλεγγύης που διέπει τη Βορειοατλαντική Συμμαχία. «Πρόκειται για μια απειλή πολέμου που έρχεται από το μακρινό παρελθόν, από το 1995. Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να την αφήσουμε πίσω μας», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Η ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας
Ο πρωθυπουργός έκανε ιδιαίτερη αναφορά και στον συνολικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας από το 2019 έως σήμερα.
Όπως τόνισε, το πρόγραμμα αναβάθμισης των μαχητικών F-16, το οποίο τότε παρουσίαζε σημαντικές καθυστερήσεις, προχωρά πλέον με γρήγορους ρυθμούς, ενώ περισσότερα από 50 αεροσκάφη έχουν ήδη αναβαθμιστεί και ο συνολικός αριθμός αναμένεται να φτάσει τα 83.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η Ελλάδα έχει ήδη εντάξει στο οπλοστάσιό της 24 μαχητικά Rafale, ενώ συμμετέχει ενεργά και στο πρόγραμμα απόκτησης των F-35, ενισχύοντας περαιτέρω τις επιχειρησιακές δυνατότητες της Πολεμικής Αεροπορίας.
Μητσοτάκης για τις τιμές του πετρελαίου: «Η άνοδος είναι προσωρινή»
Την εκτίμηση ότι η αύξηση στις τιμές του πετρελαίου είναι προσωρινή εξέφρασε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Όπως ανέφερε, οι διακυμάνσεις στην αγορά ενέργειας είναι συχνές και η εικόνα πρέπει να αξιολογείται σε βάθος χρόνου. Εξέφρασε, μάλιστα, την πεποίθηση ότι με την αποκλιμάκωση της διεθνούς κρίσης οι τιμές θα επανέλθουν σε επίπεδα διαχειρίσιμα για την ελληνική οικονομία.
Αναφερόμενος στα Στενά του Ορμούζ, τόνισε ότι η ελεύθερη ναυσιπλοΐα αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για την Ελλάδα, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, υπογραμμίζοντας πως η χώρα, ως ισχυρή ναυτική δύναμη, θα συνεχίσει να στηρίζει την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών.
Όπως σημείωσε, δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή αίτημα για ελληνική συμμετοχή σε επιχείρηση στην περιοχή, ωστόσο η Ελλάδα διαθέτει την επιχειρησιακή δυνατότητα να συνδράμει, εφόσον ζητηθεί και υπάρξει σχετική απόφαση σε διεθνές επίπεδο.



