Κορονοϊός: Σχεδόν τα μισά κρούσματα μολύνονται από ασυμπτωματικούς φορείς

Νέα μελέτη φέρνει στο φως ανησυχητικά στοιχεία για τον κορονοϊό. Τι προβληματίζει τους επιστήμονες. Τα ερωτήματα που δεν έχουν απαντηθεί ακόμα.

Έντονος είναι ο προβληματισμός και η ανησυχία των επιστημόνων για ένα από τα πιο “δύσκολα” χαρακτηριστικά του κορονοϊού: την ικανότητα του να μολύνει ασυμπτωματικούς φορείς, οι οποίοι μεταδίδουν τον ιό σε άλλους ανυποψίαστους ανθρώπους.

Σε νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 3 Ιουνίου στο Annals of Internal Medicine, ερευνητές από το Scripps Research Translational Institute, εξέτασαν δεδομένα από 16 διαφορετικές ομάδες ασθενών με COVID-19 από όλο τον κόσμο, για να επιβεβαιώσουν πόσα άτομα με COVID-19 διαδίδουν τον ιό, χωρίς να γνωρίζουν ότι έχουν μολυνθεί. Αυτό που διαπίστωσαν, είναι το ποσοστό αυτό εκτείνεται από 30% έως 45% .

Η ασυμπτωματική διασπορά που έχει παρατηρηθεί στον νέο κορωνοϊό, δεν συναντάται συχνά στους αναπνευστικούς ιούς, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς προκαλούν συμπτώματα και ασθένειες όταν προσβάλλουν τον ξενιστή τους. Στην περίπτωση του κορωνοϊού SARS-CoV-2, όμως, που είναι υπεύθυνος για το COVID-19, έχει αποδειχθεί ότι έχει την ικανότητα να μολύνει σιωπηλά τους ξενιστές και να τους χρησιμοποιεί ως “πιόνια” στη μολυσματική επέκτασή του.

«Το εύρος των ασυμπτωματικών ασθενών που εντοπίσαμε ήταν εξαιρετικά υψηλό», λέει ο Dr. Eric Topol, διευθυντής και ιδρυτής του Ινστιτούτου και ένας από τους συγγραφείς της επιθεώρησης.

«Αυτό σημαίνει ότι το εύρος των επιπτώσεων που μπορεί να υπάρξουν με τον SARS-CoV-2 εκτείνεται από κανένα σύμπτωμα έως τον θάνατο. Δεν μοιάζει καθόλου με τους άλλους ιούς ή παθογόνους μικροοργανισμούς που γνωρίζαμε στο παρελθόν, από όσους τουλάχιστον έχουν την δυνατότητα να οδηγήσουν στον θάνατο. Αυτό που συμβαίνει με τον κορωνοϊό περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα επιπτώσεων, ακόμη και μέσω του αθόρυβου τρόπου μόλυνσης κάποιου”.

Τι έδειξε η ανασκόπηση μελετών για τους ασυμπτωματικούς φορείς

Ο Topol και ο Daniel Oran, ανασκόπησαν όλες τις μελέτες που περιελάμβαναν ασυμπτωματικά άτομα και εστίασαν σε 16 διαφορετικές ομάδες ανθρώπων που υποβλήθηκαν σε τεστ για COVID-19 σε όλο τον κόσμο. Μεταξύ αυτών, συμπεριέλαβαν μια ομάδα με περισσότερα από 13.000 άτομα από την Ισλανδία, τα οποία είχαν προσφερθεί εθελοντικά να υποβληθούν σε εξέταση για COVID-19.

Επίσης, εξετάστηκαν αποτελέσματα μελετών από κατοίκους της Ιταλίας, από επιβάτες του κρουαζιερόπλοιου Diamond Princess όπου εμφανίστηκε ξέσπασμα κορωνοϊού, από θαμώνες κέντρων άστεγων στη Βοστώνη και το Λος Άντζελες και επίσης, από φυλακισμένους, φοιτητές και τρόφιμους σε γηροκομεία.

Σε πέντε από αυτές τις μελέτες, που προέβλεπαν την παρακολούθηση της πορείας της υγείας των συμμετεχόντων αποδείχθηκε ωστόσο, ότι ένα μικρό ποσοστό ασυμπτωματικών και θετικών στη νόσο COVID-19 ατόμων, στη συνέχεια ανέπτυξαν συμπτώματα.

Αυτή η διαπίστωση ήταν που οδήγησε τους ερευνητές να κάνουν διάκριση μεταξύ των ατόμων που είναι προ-συμπτωματικοί, δηλαδή, εκείνων που αποδεικνύονται θετικοί και στη συνέχεια αναπτύσσουν συμπτώματα και εκείνων που είναι πραγματικά ασυμπτωματικοί με θετικό τεστ για το COVID-19 αλλά δεν αναπτύσσουν ποτέ συμπτώματα.

Η πλειοψηφία των ατόμων, πάντως, από δείγμα 2.300 συμμετεχόντων σε μία από τις μελέτες αποδείχθηκε ότι δεν εμφάνισε ποτέ συμπτώματα, από τη στιγμή που τέθηκε η θετική στην COVID-19 διάγνωση και μέσα σε περίοδο 14 ημερών.

Τα ασυμπτωματικά άτομα έχουν υψηλό ιικό φορτίο

Η παραπάνω διαπίστωση δεν θα ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική, εάν δεν υπήρχε μια άλλη μελέτη που απέδειξε ότι τα επίπεδα του ιικού φορτίου σε ασυμπτωματικά άτομα είναι παρόμοια με αυτά των ασθενών που εμφανίζουν συμπτώματα. Αυτό υποδηλώνει ότι, ενώ ενδέχεται τα άτομα αυτά να μην έχουν εμφανή συμπτώματα της ασθένειας, εξακολουθούν να φέρουν ένα δυνητικά επικίνδυνο φορτίο μολυσματικού ιού, που μπορεί να εξαπλωθεί προσβάλλοντας άλλους ανθρώπους.

Μια άλλη ανησυχία, υποστηρίζει ο καθηγητής Topol, είναι ότι ο ιός μπορεί να βλάπτει “αθόρυβα” τον οργανισμό των ασυμπτωματικών ατόμων, με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, μεταξύ των 331 επιβατών του κρουαζιερόπλοιου Diamond Princess που ήταν θετικοί στον κορονοϊό, αλλά δεν είχαν συμπτώματα, ανάμεσα σε 76 άτομα που εξετάστηκαν με αξονική τομογραφία πνευμόνων, σχεδόν οι μισοί εμφάνισαν σημάδια βλάβης στους πνευμονικούς ιστούς, χαρακτηριστική επίπτωση της λοίμωξης από κορονοϊούς.

«Οι άνθρωποι που μολύνονται χωρίς συμπτώματα μπορεί να υφίστανται πραγματικά μεγάλη βλάβη στον οργανισμό τους, χωρίς να το γνωρίζουν», λέει ο Dr. Topol. Τα ίδια ευρήματα υποστηρίζει και μια άλλη μικρότερη μελέτη στη Νότια Κορέα, που έγινε σε δείγμα 10 ασυμπτωματικών ατόμων, ανάμεσα σε μια ομάδα 139 ασθενών με COVID-19.

Ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν

Δεδομένου ότι οι υγειονομικές αρχές σε όλες τις χώρες δεν υποβάλλουν σε τεστ το σύνολο του πληθυσμού, εξακολουθούν να υπάρχουν τεράστια κενά στην κατανόηση της ασυμπτωματικής μετάδοσης της νόσου, υποστηρίζουν οι ειδικοί.

Ένα βασικό ερώτημα που μένει να απαντηθεί, για παράδειγμα, σχετικά με τους ασυμπτωματικούς ασθενείς είναι: το ανοσοποιητικό τους σύστημα ελέγχει καλύτερα τον ιό, ή ο ιός από τον οποίο έχουν προσβληθεί είναι λιγότερο ισχυρός για να προκαλέσει σοβαρά συμπτώματα; Ή μήπως αυτοί οι ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί επειδή έχουν αποκτήσει, ήδη, ανοσία έναντι άλλων πιο διαδεδομένων κορωνοϊών (που είναι υπεύθυνοι για το κοινό κρυολόγημα) και επομένως μπορεί ήδη να έχουν ήδη ένα επίπεδο προστασίας έναντι του SARS-CoV-2;

Συνοψίζοντας τα δεδομένα, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα παραπάνω ανησυχητικά ευρήματα καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την αναγκαιότητα της χρήσης μάσκας, καθώς κανείς δεν γνωρίζει ποιος μπορεί να είναι ο ασυμπτωματικός φορέας.

“Ο ίδιος ο ασυμπτωματικός ασθενής δεν γνωρίζει ότι πάσχει, αλλά και οι επαφές του δεν το γνωρίζουν. Αυτό έχει τεράστιες επιπτώσεις και είναι ένας τομέας που πρέπει να μελετήσουμε περισσότερο, δηλαδή να εξετάσουμε περισσότερα άτομα χωρίς συμπτώματα, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την ικανότητα του ιού να διαδίδεται μέσω των ασυμπτωματικών φορέων, αλλά και να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την ικανότητα αυτών των ανθρώπων να μεταδίδουν τον ιό”, καταλήγει ο καθηγητής Dr. Eric Topol.

www.newsit

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ