Το μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιούαν, «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά. Ο Βρετανός συγγραφέας, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής αγγλικής πεζογραφίας, παρουσιάζει ένα έργο 464 σελίδων που ανατρέπει την ιστορική προοπτική. Η κεντρική ιδέα περιστρέφεται γύρω από την πιθανότητα οι άνθρωποι του μέλλοντος να αισθάνονται νοσταλγία για τη σημερινή μας εποχή, έναν κόσμο που εμείς οι ίδιοι αντιμετωπίζουμε με δυσφορία και την αίσθηση της παρακμής.
Η ειρωνεία της χαμένης εποχής
Η βασική ιδέα του μυθιστορήματος είναι βαθιά ειρωνική: ενώ εμείς ζούμε καθημερινά με την ανησυχία ότι ο κόσμος βρίσκεται σε παρακμή, για όσους θα ζουν έναν αιώνα αργότερα, η σημερινή πραγματικότητα ενδέχεται να μοιάζει με έναν χαμένο παράδεισο. Ο ΜακΓιούαν οικοδομεί την αφήγησή του πάνω σε αυτή την αντιστροφή της ιστορικής προοπτικής, αναδεικνύοντας πώς τα προνόμια του πολιτισμού μας σπαταλήθηκαν ασυλλόγιστα.
Στο μέλλον, οι θάλασσες, οι πόλεις, τα δάση, η αφθονία της τροφής, η ευκολία των μετακινήσεων, ακόμη και η δυνατότητα να περπατήσει κανείς χωρίς να συναντήσει τα γεωγραφικά όρια μιας καταστροφής, θα αποτελούν πολύτιμες αναμνήσεις. Αυτά τα στοιχεία της σημερινής μας ζωής θα θεωρούνται χαμένα αγαθά από τις γενιές που θα ακολουθήσουν, οι οποίες θα νοσταλγούν έναν κόσμο που εμείς αντιμετωπίζουμε με δυσφορία.
Οι προσφιλείς αναζητήσεις του συγγραφέα
Στο «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», ο Ίαν ΜακΓιούαν επιστρέφει σε ορισμένες από τις προσφιλείς του εμμονές, τις οποίες έχει εξερευνήσει και σε προηγούμενα έργα του. Μεταξύ αυτών είναι η αναξιοπιστία της ανθρώπινης μνήμης, ένα θέμα που συχνά διατρέχει την πεζογραφία του. Επίσης, εξετάζει τις ηθικές συνέπειες των προσωπικών επιλογών, αναδεικνύοντας πώς οι αποφάσεις των ατόμων διαμορφώνουν την πορεία της ζωής τους και των γύρω τους.
Ένα άλλο κεντρικό στοιχείο είναι η αδυναμία μας να γνωρίσουμε πραγματικά τους άλλους, καθώς και η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που συνέβη και σε αυτό που πιστεύουμε ότι συνέβη. Αυτή τη φορά, ωστόσο, ο ΜακΓιούαν τοποθετεί αυτές τις γνώριμες αναζητήσεις του μέσα σε μια τολμηρή χρονική κατασκευή, δίνοντας μια νέα διάσταση στα διαχρονικά του ερωτήματα.
Ένας κόσμος μετά την καταστροφή
Η ιστορία του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στο έτος 2119, σε ένα μέλλον όπου η ανθρωπότητα έχει ήδη γνωρίσει μια τεράστια οικολογική και πολιτισμική καταστροφή. Το παρελθόν, αντί να προσφέρει βεβαιότητες, έχει μετατραπεί σε ανεξάντλητο πεδίο παρερμηνειών, καθιστώντας δύσκολη την κατανόηση των γεγονότων που προηγήθηκαν.
Σε αυτό το δυστοπικό σκηνικό, η γεωγραφία του πλανήτη έχει μεταβληθεί δραματικά. Η Βρετανία έχει μετατραπεί σε ένα αρχιπέλαγος απομονωμένων κατοικημένων περιοχών, ενώ η άνοδος της στάθμης των θαλασσών, οι ακραίες κλιματικές μεταβολές και μια πυρηνική καταστροφή έχουν αφήσει το στίγμα τους. Μεγάλα τμήματα της παλαιάς Ευρώπης έχουν βυθιστεί, και οι επιζώντες προσπαθούν να συγκροτήσουν μια νέα πραγματικότητα μέσα σε αυτό το μεταλλαγμένο περιβάλλον.
Η εξαφάνιση ενός ποιήματος και ο Τόμας Μέτκαλφ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον του 2119, ο ΜακΓιούαν επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του μέσα από ένα φαινομενικά ασήμαντο γεγονός: την εξαφάνιση ενός ποιήματος. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Τόμας Μέτκαλφ, ένας πανεπιστημιακός που ασχολείται με την αγγλική λογοτεχνία των αρχών του 21ου αιώνα.
Ο Μέτκαλφ διακατέχεται από μια σχεδόν ερωτική προσήλωση στο παρελθόν, σε αντίθεση με τους φοιτητές του, οι οποίοι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις πρακτικές ανάγκες της εποχής τους παρά για τις λογοτεχνικές αγωνίες ανθρώπων που έζησαν πριν από έναν αιώνα. Αντικείμενο της έρευνάς του είναι ένα ποίημα του διάσημου, στην εποχή του, ποιητή Φράνσις Μπλάντι. Το έργο, με τίτλο «Μια κορώνα για τη Βίβιεν», αποτελεί έναν κύκλο δεκαπέντε αλληλοσυνδεόμενων σονέτων, γύρω από το οποίο εκτυλίσσεται ένα σημαντικό κομμάτι της αφήγησης.
Με πληροφορίες από: Topontiki