Οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ παρουσιάζονται στο Θέατρο Πορεία at Victoria, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Γουίνι βρίσκεται η Αγλαΐα Παπά, ενώ τον Γουίλι υποδύεται ο Δημήτρης Μπίτος. Το έργο, που χαρακτηρίστηκε από τον Howard Taubman των «New York Times» ως «ένα λυπητερό τραγούδι που θα στοιχειώνει μέσα σας πολύ καιρό αφότου το ακούσετε», ανεβαίνει σε μια νέα προσέγγιση που παραλληλίζει το νόημά του με το σήμερα.
Η διαχρονική πορεία του έργου
Το θεατρικό έργο του Σάμιουελ Μπέκετ έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη Νέα Υόρκη το 1961, αφήνοντας από τότε το στίγμα του στην παγκόσμια σκηνή. Στην Ελλάδα, η πρώτη παρουσίαση των «Ευτυχισμένων ημερών» πραγματοποιήθηκε το 1966. Τότε, η μετάφραση, η σκηνοθεσία και η ερμηνεία του έργου ανήκαν στην ηθοποιό Χριστίνα Τσίγκου, η οποία υπήρξε προσωπική φίλη του συγγραφέα.
Η τωρινή παραγωγή του Δημήτρη Τάρλοου βρήκε το έναυσμά της σε ένα ιδιαίτερο αντικείμενο. Το καφέ βαλιτσάκι της Χριστίνας Τσίγκου, το οποίο κρατά στα χέρια της η Γουίνι στην παράσταση, βρέθηκε στα χέρια του σκηνοθέτη και αποτέλεσε την αφετηρία για τη δημιουργία της δικής του εκδοχής του έργου, συνδέοντας έτσι το παρελθόν με το παρόν της θεατρικής ιστορίας του Μπέκετ στην Ελλάδα.
Η Γουίνι: Μια ακινητοποιημένη μορφή αισιοδοξίας
Στο επίκεντρο των «Ευτυχισμένων ημερών» βρίσκεται η ηρωίδα Γουίνι, μια γυναίκα που, αν και θαμμένη σε έναν λοφίσκο από άμμο, παραμένει ακινητοποιημένη και ανήμπορη. Παρά την κατάστασή της, η Γουίνι δεν παραπονιέται, αλλά αρνείται να αντιμετωπίσει την σκληρή πραγματικότητα. Αντίθετα, εφευρίσκει την αισιοδοξία και την ελπίδα ακόμα και μέσα από την πιο βαθιά απόγνωση, «διασκεδάζοντας» κάθε αρνητική σκέψη που την κατακλύζει.
Ο λόγος της Γουίνι είναι πλούσιος σε αποχρώσεις, ρυθμικός και επαναληπτικός, διανθισμένος από παύσεις και ποικίλες εναλλαγές συναισθημάτων. Αυτά εκφράζονται άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με μελαγχολία, ακόμα και όταν περιγράφει τις σκοτεινές στιγμές της ζωής της. Η φράση «Άλλη μια ευτυχισμένη μέρα» επαναλαμβάνεται, παρά το γεγονός ότι τίποτα δεν συμβαδίζει με την κατάστασή της, καθώς όλα είναι «μια από τα ίδια, γιατρειά δεν υπάρχει» και ο χρόνος κυλά χωρίς εκπλήξεις.
Ως μέσο αντίστασης στη φθορά, η Γουίνι μιλάει ακατάπαυστα, ξεθάβοντας τις αναμνήσεις της. Παράλληλα, ασχολείται με ασήμαντα αντικείμενα που βγάζει από την τσάντα της και με μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητάς της, προσπαθώντας να δώσει νόημα στο κενό που την περιβάλλει.
Ο Γουίλι και η σημασία της ανθρώπινης επαφής
Πιο πέρα από τη Γουίνι βρίσκεται ο άνδρας της, ο Γουίλι, με τον οποίο εκείνη προσπαθεί μάταια να επικοινωνήσει. Παρόλα αυτά, ακόμα και η ουδέτερη παρουσία του Γουίλι αποτελεί ένα είδος παρηγοριάς για την Γουίνι. Ο Μπέκετ, μέσα από αυτή τη σχέση, υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία της ανθρώπινης επαφής, ακόμα και όταν αυτή είναι ελλιπής ή δυσχερής.
Ο Δημήτρης Μπίτος αναλαμβάνει τον ρόλο του Γουίλι, ενός χαρακτήρα που μιλάει ελάχιστα. Η ερμηνεία του, παρά τον περιορισμένο λόγο, συμβάλλει στην απόδοση της δυναμικής της σχέσης του ζευγαριού και στην ανάδειξη του μηνύματος του έργου για την ανάγκη της συνύπαρξης.
Σκηνοθετική προσέγγιση και ερμηνείες
Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου βυθίστηκε στο έργο του Ιρλανδού συγγραφέα, επιτυγχάνοντας να αποδώσει το βαθύτερο νόημά του. Ταυτόχρονα, κατάφερε να το παραλληλίσει με τη σύγχρονη πραγματικότητα, αναδεικνύοντας τη ματαιότητα του πολέμου και τα τελετουργικά με τα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να δώσει νόημα στο κενό και να ξεγελάσει την απελπισία, τη μοναξιά και τις ψευδαισθήσεις του.
Η Αγλαΐα Παπά, στον ρόλο της Γουίνι, κατέκτησε ένα αξιοσημείωτο συναισθηματικό βάθος, το οποίο είναι γερά ριζωμένο. Η συνεργασία της με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο έχει συμβάλλει σε αυτό το εξαιρετικό αποτέλεσμα. Η ηθοποιός κατανόησε απόλυτα το φιλοσοφικό κείμενο και χρησιμοποίησε μια μεγάλη εκφραστική γκάμα. Με μία ανεπαίσθητη αλλαγή στον τόνο της φωνής της ή ένα αμυδρό φτερούγισμα στα μάτια, φώτισε το πρόσωπο της ηρωίδας με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο και απέδωσε μοναδικά το πικρό μπεκετικό χιούμορ με κοριτσίστικη συμπεριφορά.
Με πληροφορίες από: Topontiki