Στέλεχος τεχνολογίας με άμεση πρόσβαση στον επικεφαλής της Nvidia, Jensen Huang, έχει μπει στο «μικροσκόπιο» των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Το στέλεχος αυτό φέρεται να λειτουργούσε ως πληροφοριοδότης της Κίνας, μια αποκάλυψη που δημοσίευσε η «Wall Street Journal» την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026. Η υπόθεση εγείρει σοβαρά ζητήματα διαρροής ευαίσθητων τεχνολογικών δεδομένων και εμπορικών μυστικών, σε μια περίοδο έντονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Το πρόσωπο της έρευνας και οι υποψίες
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Wall Street Journal», το πρόσωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας είναι ένα ανώτατο στέλεχος τεχνολογίας από τη Σιγκαπούρη. Το στέλεχος αυτό φέρεται να εκμεταλλευόταν τη στενή του επαφή με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, προκειμένου να διευκολύνει την πρόσβαση του Πεκίνου σε προηγμένα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης.
Η Alice Huang, στέλεχος της εταιρείας κέντρων δεδομένων «Megaspeed», τέθηκε υπό παρακολούθηση. Οι αμερικανικές Αρχές αρχικά υποπτεύονταν ότι η Χουάνγκ βοηθούσε κινεζικές επιχειρήσεις να αποκτούν πρόσβαση σε προηγμένα τσιπ της Nvidia, παρακάμπτοντας τους περιορισμούς εξαγωγών που έχει επιβάλει η Ουάσινγκτον. Η έρευνα αποκάλυψε ότι η ίδια διαβίβαζε αναφορές απευθείας στους Κινέζους, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με τον επικεφαλής της Nvidia.
Ανησυχία στην Ουάσινγκτον για διαρροές
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονη ανησυχία στην Ουάσινγκτον, καθώς αναδεικνύει ζητήματα διαρροής ευαίσθητων τεχνολογικών δεδομένων και εμπορικών μυστικών. Η περίοδος χαρακτηρίζεται από την κορύφωση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, ειδικά στον νευραλγικό τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, όπου η κατοχή προηγμένων τσιπ θεωρείται κρίσιμη.
Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν στενά την κατάσταση, καθώς η φερόμενη δράση της Alice Huang θα μπορούσε να υπονομεύσει τις προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών να περιορίσουν την τεχνολογική ανάπτυξη της Κίνας σε στρατηγικούς τομείς.
Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ
Σύμφωνα με πρόσωπα που γνώριζαν το περιεχόμενο των απόρρητων ενημερώσεων, ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, πληροφορήθηκε τα ευρήματα των υπηρεσιών πληροφοριών πριν από περίπου έναν χρόνο. Ωστόσο, ο τότε Πρόεδρος επέλεξε να μην προβεί σε καμία ενέργεια σχετικά με την υπόθεση.
Ο Τραμπ εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι σε μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις πωλήσεις της Nvidia. Οι πωλήσεις της εταιρείας συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και στην πορεία της χρηματιστηριακής αγοράς. Παράλληλα, ο πρώην Πρόεδρος επιδίωκε να αποφύγει νέες εντάσεις στις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, γεγονός που επηρέασε την απόφασή του να μην παρέμβει άμεσα.
Πώς στοιχειοθετήθηκε το δημοσίευμα
Το δημοσίευμα των «New York Times» βασίζεται σε συνεντεύξεις με πρόσωπα που ενημερώθηκαν για τα αποτελέσματα της παρακολούθησης. Επιπλέον, περιλαμβάνει δηλώσεις από κυβερνητικούς αξιωματούχους, στελέχη της τεχνολογικής βιομηχανίας και αναλυτές.
Οι πηγές που γνώριζαν τα απόρρητα ευρήματα μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, προσφέροντας έτσι μια εικόνα για το βάθος και την έκταση της έρευνας. Η δημοσιογραφική αυτή προσέγγιση επιδίωξε να φωτίσει τις πτυχές μιας υπόθεσης που έχει σημαντικές γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις.
Με πληροφορίες από: Newsit