Ξένες κυβερνήσεις επιχειρούν να παραβιάσουν τους λογαριασμούς ανταλλαγής μηνυμάτων υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό αποκαλύπτεται από έκθεση της μονάδας κυβερνοάμυνας του μπλοκ, την οποία εξασφάλισε το POLITICO. Η έκθεση καταγράφει οκτώ σοβαρά περιστατικά εντός του 2026, κατατάσσοντας την «κατάληψη λογαριασμών υψηλόβαθμων αξιωματούχων» μεταξύ των σημαντικότερων κυβερνοαπειλών που αντιμετωπίζει η ΕΕ φέτος.
Επίσημη αναγνώριση των απειλών
Η παρουσίαση της έκθεσης, η οποία έγινε τον Ιούλιο σε αξιωματούχους των κυβερνήσεων των κρατών-μελών, αποτελεί την πρώτη επίσημη παραδοχή ότι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν βρεθεί στο στόχαστρο κυβερνοεπιθέσεων μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων. Αυτή η παραδοχή έρχεται μετά από σειρά προειδοποιήσεων από αρκετές εθνικές υπηρεσίες κυβερνοασφάλειας, οι οποίες νωρίτερα φέτος είχαν συνδέσει εκστρατείες επιθέσεων με ρωσικές ομάδες χάκερ.
Πρόκειται επίσης για την πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση κατά την οποία ένα θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέει επισήμως τέτοιου είδους επιθέσεις με μια ξένη κυβέρνηση. Η έκθεση τονίζει ότι οι κρατικά υποστηριζόμενες επιθέσεις phishing και τα πλαστά μηνύματα αποτελούν σοβαρή απειλή για την ασφάλεια των επικοινωνιών εντός του μπλοκ.
Οι τεχνικές των κρατικά υποστηριζόμενων επιθέσεων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της παρουσίασης, οι αξιωματούχοι αποτέλεσαν στόχο του λεγόμενου «state-sponsored spearphishing». Αυτό σημαίνει ότι δέχθηκαν εξαιρετικά στοχευμένες κυβερνοεπιθέσεις, οι οποίες υποστηρίζονται άμεσα από κρατικούς φορείς και έχουν σχεδιαστεί ειδικά για συγκεκριμένα πρόσωπα. Ο βασικός στόχος των επιτιθέμενων είναι να πείσουν τα θύματα να πατήσουν ύποπτους συνδέσμους ή να ανοίξουν κακόβουλα αρχεία, αποκτώντας έτσι πρόσβαση στα συστήματά τους.
Οι χάκερ δεν περιορίστηκαν μόνο σε αυτές τις μεθόδους, αλλά χρησιμοποίησαν και τεχνικές κοινωνικής μηχανικής. Αυτό περιλάμβανε τη δημιουργία εξατομικευμένων μηνυμάτων, τα οποία ήταν προσαρμοσμένα στα πρόσωπα που είχαν βάλει στο στόχαστρο. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιτιθέμενοι επιδίωξαν να αυξήσουν τις πιθανότητες να παρασυρθούν οι στόχοι και να αποκαλύψουν εμπιστευτικές πληροφορίες ή να επιτρέψουν την πρόσβαση στους λογαριασμούς τους.
Προειδοποιήσεις για εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων
Νωρίτερα εντός του τρέχοντος έτους, το POLITICO είχε ήδη αποκαλύψει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ζητήσει από ορισμένους από τους πλέον υψηλόβαθμους αξιωματούχους της να κλείσουν μια συγκεκριμένη ομάδα στην εφαρμογή Signal. Η απόφαση αυτή ελήφθη λόγω σοβαρών φόβων για πιθανή παραβίαση της εν λόγω ομάδας, γεγονός που υποδεικνύει την αυξημένη ανησυχία για την ασφάλεια των κρυπτογραφημένων επικοινωνιών.
Η κίνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνέπεσε χρονικά με μια σειρά προειδοποιήσεων που είχαν εκδοθεί από εθνικές αρχές κυβερνοασφάλειας. Οι αρχές αυτές καλούσαν τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να περιορίσουν τη χρήση εμπορικών εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, όπως το WhatsApp και το Signal, για υπηρεσιακές επικοινωνίες. Ο σκοπός ήταν η ενίσχυση της ασφάλειας και η προστασία από πιθανές υποκλοπές ή παραβιάσεις.
Ευρύτερο πλαίσιο κυβερνοαπειλών
Οι κυβερνοεπιθέσεις δεν περιορίζονται αποκλειστικά στους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο αποτέλεσε επίσης στόχο κυβερνοεπίθεσης κατά την πρόσφατη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, αναδεικνύοντας ένα ευρύτερο μοτίβο προσπαθειών για παραβίαση ευαίσθητων διεθνών θεσμικών οργάνων. Αυτό το περιστατικό υπογραμμίζει την έκταση και τη σοβαρότητα των απειλών στον κυβερνοχώρο.
Τα οκτώ σοβαρά περιστατικά που καταγράφηκαν μέσα στο 2026, σε συνδυασμό με τις κρατικά υποστηριζόμενες επιθέσεις phishing και τα πλαστά μηνύματα, επιβεβαιώνουν τη συνεχή και εξελισσόμενη απειλή που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι αξιωματούχοι τους. Ξένες κυβερνήσεις επιδιώκουν συστηματικά να αποκτήσουν πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες, χρησιμοποιώντας προηγμένες τεχνικές κυβερνοπολέμου.
Με πληροφορίες από: Ieidiseis