Σε μια κίνηση που επιχειρεί να ευθυγραμμίσει δύο από τα κρισιμότερα μέτωπα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ζήτησε επίσημα την ενσωμάτωση του Ιράν στο υπό εξέταση νομοσχέδιο για την επιβολή νέων οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τους Ρεπουμπλικάνους νομοθέτες να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε: «Οι Ρεπουμπλικάνοι θα πρέπει να προσθέσουν το Ιράν στο νομοσχέδιο για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Αυτό ήθελε να κάνει ο Λίντσεϊ και επρόκειτο να συμβεί. ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!! Πρόεδρος Ντόναλντ Τζ. Τραμπ». Με την αναφορά αυτή, ο Τραμπ επικαλέστηκε την επιθυμία του εκλιπόντος γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος αποτελούσε έναν από τους βασικούς αρχιτέκτονες της διακομματικής προσπάθειας για την οικονομική πίεση έναντι της Μόσχας.
Τι προβλέπει το νομοσχέδιο «Sanctioning Russia Act of 2026»
Το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο έχει ως πρωταρχικό στόχο να πλήξει τα έσοδα που αποκομίζει το Κρεμλίνο από τις εξαγωγές ενέργειας, τα οποία τροφοδοτούν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, η αναθεωρημένη έκδοση του νομοσχεδίου περιλαμβάνει:
- Δευτερογενείς δασμούς έως 100% στους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικής ενέργειας (αν και το ποσοστό είναι σαφώς ηπιότερο από την αρχική πρόταση που προέβλεπε δασμούς έως 500%).
- Στοχευμένα μέτρα κατά του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» μεταφοράς πετρελαίου, ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και μεγάλων ρωσικών ενεργειακών έργων.
- Προεδρική ευελιξία, δίνοντας στον Λευκό Οίκο το δικαίωμα να εξαιρεί συγκεκριμένες χώρες ή να αναστέλλει προσωρινά τα μέτρα, επικαλούμενος λόγους εθνικού συμφέροντος.
- Μέχρι στιγμής, η πρωτοβουλία συγκεντρώνει ισχυρή διακομματική στήριξη στη Γερουσία με περισσότερους από 60 συνυπογράφοντες, αριθμός που θεωρείται επαρκής για την αποφυγή τυχόν κοινοβουλευτικής κωλυσιεργίας (filibuster).
Κλιμάκωση στο πολεμικό μέτωπο με το Ιράν
Η παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ έρχεται σε μια συγκυρία κατακόρυφης αύξησης της στρατιωτικής έντασης στη Μέση Ανατολή, όπου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση με την Τεχεράνη.
Στο στρατιωτικό πεδίο, οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν νέο κύμα αεροπορικών επιθέσεων, πλήττοντας μεταξύ άλλων έναν υπό κατασκευή πυρηνικό σταθμό στο Ιράν. Την ίδια στιγμή, οι Φρουροί της Επανάστασης προχώρησαν σε χτυπήματα κατά πλοίων που επιχείρησαν να σπάσουν τον ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, ενώ σειρήνες αεροπορικού συναγερμού ήχησαν σε Κουβέιτ, Μπαχρέιν και Ιορδανία. Την Κυριακή 19 Ιουλίου 2026, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις (IDF) ταυτοποίησαν πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν προς την ιορδανική πόλη Άκαμπα, που γειτνιάζει με το Ισραήλ, προειδοποιώντας για πιθανές επιπτώσεις και στο νότιο Ισραήλ.
Η οικονομική και νομοθετική στρατηγική της Ουάσιγκτον
Παράλληλα με τα στρατιωτικά αντίποινα, η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να μεγιστοποιήσει την οικονομική ασφυξία προς την Τεχεράνη μέσω της ενσωμάτωσης των κυρώσεων στο ρωσικό νομοσχέδιο.
Την ίδια ώρα, στο Κογκρέσο δρομολογούνται εκτεταμένα κονδύλια για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Οι Ρεπουμπλικάνοι στη Βουλή των Αντιπροσώπων έχουν ήδη προωθήσει ένα τεράστιο οικονομικό πακέτο ύψους 95 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Από αυτά, τα 60 δισεκατομμύρια προορίζονται απευθείας για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, ενώ επιπλέον 13 δισεκατομμύρια δολάρια κατευθύνονται προς την ενίσχυση των υπηρεσιών πληροφοριών.