Μέσα στην κλινική Σασαμένε –ένα σύμπλεγμα από λυόμενα και σκηνές– τα παιδιά είναι χωρισμένα ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασής τους. Το κλίμα είναι βαρύ. Χθες το βράδυ, άλλο ένα πέθανε χτυπημένο από τις επιπλοκές του υποσιτισμού. Οταν οι γονείς του αντελήφθησαν το πρόβλημα, ήταν πολύ αργά. Δακρυσμένοι και καταβεβλημένοι, ζητούν από τους γιατρούς να τους βοηθήσουν στη μεταφορά της σορού πίσω στην κοινότητα, ώστε να ταφεί εντός της ημέρας.
Ο Γκαμάτσου είναι δέκα μηνών. Τυλιγμένος με κουβέρτες και βυθισμένος στην αγκαλιά της μητέρας του, Καμάντι, μοιάζει ακόμη μικρότερος. Από τη μύτη του εξέχει ένα σωληνάκι, βήχει διαρκώς και τα μάτια του είναι σχεδόν κλειστά από το οίδημα. «Τον έφεραν πριν από οκτώ ημέρες και τώρα είναι πολύ καλύτερα», μου λέει η γιατρός. Ενώ έμοιαζε με σκελετό, η Καμάντι δεν είχε καταλάβει ότι το μικρότερο από τα επτά παιδιά της βρισκόταν στο χείλος του θανάτου. Εάν μια κινητή μονάδα δεν περνούσε από την κοινότητά τους, ο μικρός, που τρεφόταν μόνο με πατάτες γιατί οι γονείς του δεν είχαν τίποτε άλλο να του δώσουν, θα είχε πιθανότατα γίνει άλλος ένας αριθμός.
Μικρά παιδιά με τα πρόσωπα γεμάτα μύγες παίζουν στο χώμα έξω από μια σκηνή. Μέσα, ο Μάτσου στρώνει το κρεβάτι της κόρης του για τελευταία φορά. Αύριο η οκτάχρονη Αϊσά παίρνει εξιτήριο. Μεταφέρθηκε εδώ πριν από ένα μήνα με οίδημα και στομαχικές διαταραχές. Τα σημάδια στα άκρα της δεν έχουν σβήσει και το παιδί εξακολουθεί να μοιάζει με σκιά, όμως έχει πάρει βάρος και δεν αποβάλλει πλέον το φαγητό. Πίνει γάλα και μας λέει ότι είναι πολύ χαρούμενη που θα συναντήσει ξανά τη μητέρα και τα τέσσερα αδέλφια της. Στην επιστροφή, εκτός από τη μικρή, ο Μάτσου θα πρέπει να κουβαλήσει τη θεραπευτική τροφή της, καθώς κι ένα βαρύ σακί με καλαμπόκι και μείγμα σόγιας που θα του δώσουν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα. Ο λόγος, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, είναι ότι η πείνα συχνά αναγκάζει την οικογένεια να στερεί από το άρρωστο παιδί την ειδική τροφή που χρειάζεται για να επανέλθει στο φυσιολογικό του βάρος.
Στην επιστροφή από την κλινική της Σασαμένε, σταματάμε έξω από την καλύβα μιας οικογένειας. Ο πατέρας λείπει. Η μητέρα παρακολουθεί τα μικρά της να παίζουν με τις αγελάδες, οι οποίες έχουν αφοσιωθεί στο γρασίδι και δεν τους δίνουν καμία σημασία. Λέει ότι ο άνδρας της δουλεύει στο χωράφι ενός γείτονα για έναν πενιχρό μισθό και, καμιά φορά, λίγα τρόφιμα. Το δικό τους χωράφι ξεράθηκε, αφού για πολλούς μήνες δεν είδαν ούτε σταγόνα βροχής. Πέρυσι πωλούσαν το καλαμπόκι τους στην αγορά και είχαν κάποια χρήματα. Τώρα έχουν μόνο πατάτες και πιπερόριζα που είναι φθηνή. Τη ρωτάω γιατί δεν σφάζει κάποιο από τα ζώα για να ταΐσει τα παιδιά της. «Γιατί αυτά είναι για ώρα ανάγκης».
Ηταν ένα δύσκολο καλοκαίρι για την Αιθιοπία που στέγνωσε, πείνασε, πέθανε. Πάνω που οι εικόνες των σκελετωμένων παιδιών άρχισαν να ξεθωριάζουν όμως, τα Ηνωμένα Εθνη έκρουσαν ξανά τον κώδωνα. Σύμφωνα με τον Τζον Χολμς -επικεφαλής ανθρωπιστικών υποθέσεων του ΟΗΕ- τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι χρήζουν άμεσης βοήθειας, ενώ οκτώ εκατομμύρια -πάνω από τα 2/3 του πληθυσμού της Ελλάδας- χρειάζονται τρόφιμα εδώ και τώρα.
Η διαδρομή των 250 χιλιομέτρων από την Αντίς Αμπέμπα προς τη Σασαμένε στο Νότο, μοιάζει σαν να έχει βγει από ντοκιμαντέρ για τα μαγικά τοπία της Ανατολικής Αφρικής. Το πράσινο εκτείνεται μέχρι εκεί που φθάνει το μάτι και κάθε τόσο «στιγματίζεται» από ένα χωράφι που οργώνεται με άροτρο ή από δυο - τρεις καλύβες, γύρω από τις οποίες βόσκουν πρόβατα και αγελάδες. Είναι χειμώνας στην Αιθιοπία. Το θερμόμετρο δεν ξεπερνά τους 12 βαθμούς, ο ήλιος αρνείται πεισματικά να κάνει την εμφάνισή του και η βροχή αψηφά τους υαλοκαθαριστήρες κάνοντας το παρμπρίζ να μοιάζει με καταρράκτη.
Τίποτε δεν παραπέμπει στη «χειρότερη ξηρασία των τελευταίων ετών», που πυροδότησε εκκλήσεις για βοήθεια και προειδοποιήσεις ότι εκατομμύρια κινδυνεύουν από τον υποσιτισμό. Κι όμως, η Ορομία, η περιφέρεια στα όρια της οποίας ταξιδεύουμε, είναι μια από τις κατ' εξοχήν πληγείσες.
Κάπου στα μισά της διαδρομής, μένουμε από βενζίνη. Η Αιθιοπία, που δεν έχει λιμάνι και εξυπηρετείται από αυτό του γειτονικού Τζιμπουτί, έχει στερέψει και πάλι. Ακινητοποιημένο σε μια ουρά πολλών χιλιομέτρων για το πρατήριο καυσίμων, το αυτοκίνητό μας γρήγορα πολιορκείται από την ανέχεια. Παιδάκια ξυπόλυτα, με σκισμένα και βρώμικα ρούχα, αδιαφορώντας για την καταρρακτώδη βροχή, τείνουν επίμονα το χέρι προς το μέρος μας. Ενα από αυτά κοιτάζει μια εμένα και μια τα μπισκότα στο κάθισμα. Ανοίγω το παράθυρο και του δίνω το πακέτο. Μέσα σε δευτερόλεπτα, τα παιδιά έχουν εξαφανιστεί.
Εφήμεροι σωτήρες
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είναι μία από τις οργανώσεις που έσπευσαν εδώ για να διαδραματίσουν ξανά ρόλο εφήμερου σωτήρα: να αποτρέψουν το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, εξουδετερώνοντας τις εστίες υποσιτισμού που ξεπηδούν η μία μετά την άλλη στην πολύπαθη χώρα. Ο εκπρόσωπός τους Φρανσουά Ντιμόν αναλαμβάνει να λύσει την εύλογη απορία: πώς γίνεται όλοι να μιλούν για ξηρασία, ενώ η Αιθιοπία έχει... πρασινίσει. «Ολοι το ίδιο διερωτώνται φθάνοντας εδώ», είναι η πρώτη του αντίδραση. Αναστενάζοντας αντί προλόγου, εξηγεί ότι η «πράσινη θάλασσα» οφείλεται στη βροχή, η οποία όμως ήρθε με καθυστέρηση πολλών μηνών. Ετσι, η μία από τις δύο σοδειές του χρόνου -το σιτάρι, το καλαμπόκι, τα φασόλια που θα γέμιζαν τα στομάχια των Αιθιόπων για τους επόμενους έξι μήνες- χάθηκε.
Επιπλέον, οι τιμές βασικών αγαθών έχουν διπλασιαστεί έως τριπλασιαστεί σε σχέση με πέρυσι, κάτι που αποτελείωσε τους Αιθίοπες. Ο μέσος αγρότης, ο οποίος δεν κερδίζει πάνω από ένα δολάριο την ημέρα, «ποντάρει» και πάλι στην ανθρωπιστική βοήθεια, αφού δεν έχει χρήματα ούτε για καινούργιους σπόρους και λίπασμα ούτε για τρόφιμα.
Αυτοί οι παράγοντες, ωστόσο, δεν είναι παρά η «κορυφή του παγόβουνου» σε μια χώρα που έχει μάθει να ζει με την ξηρασία, τη φτώχεια και την πείνα.
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δραστηριοποιούνται από το Μάιο στην Ορομία, με κινητές μονάδες, επισιτιστικά κέντρα και κλινικές. Τόσους μήνες μετά, επισκεφθήκαμε μία από αυτές τις κλινικές για να τη βρούμε υπό πολιορκία. Γυναίκες που περπάτησαν χιλιόμετρα για να φθάσουν ώς εδώ, περιστοιχίζονται από τα πεινασμένα παιδιά τους και κρατούν στην αγκαλιά αυτό που μοιάζει πιο εύθραυστο. Στο τέλος της ουράς, μια νοσοκόμα μετράει τη διάμετρο του μπράτσου τους (ένας από τους δείκτες του υποσιτισμού), τα ζυγίζει και εκφωνεί στους γονείς την ετυμηγορία: «Χρειάζεται νοσηλεία» ή «δεν είναι αρκετά υποσιτισμένο».
«Δώστε μας φαγητό!»
Ακούγοντας ότι το μικροσκοπικό και εμφανώς καταπονημένο παιδί του δεν χρήζει εισαγωγής στην κλινική και δεν δικαιούται βοήθεια σε τρόφιμα, ένας άνδρας ξεσπά: «Ξέρω ότι έχετε πολύ φαγητό! Δώστε μας φαγητό!». Δαγκώνοντας τα χείλη, η νοσοκόμα προσπαθεί μάταια να του εξηγήσει ότι προτεραιότητα έχουν τα παιδιά με οξύ υποσιτισμό. Αυτά που, εάν δεν νοσηλευθούν, έχουν λίγες εβδομάδες ή ακόμη και μέρες ζωής. Η νέα κρίση έχει γονατίσει και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, καθώς οι ανάγκες αποδείχθηκαν ξανά πολύ μεγαλύτερες από τα μέσα που είχαν αρχικά επιστρατευθεί για την αντιμετώπισή τους. Ξέρουν καλά ότι τα παιδιά που θα διώξουν σήμερα μπορεί αύριο να χτυπήσουν ξανά την πόρτα τους ή -ακόμη χειρότερα- να πεθάνουν σιωπηλά στο σπίτι.
Από κρεβάτι σε κρεβάτι, καλύβα σε καλύβα, πόλη σε πόλη, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η Αιθιοπία που περίμενε το Σεπτέμβρη για να δει εάν θα έχει καλή σοδειά, διαπιστώνει ότι θα πεινάσει και τους επόμενους μήνες. Και ο ομφάλιος λώρος που τη συνδέει με το απύθμενο σακί της ανθρωπιστικής βοήθειας θα γίνει ακόμη πιο δυνατός.