Κοινωνία

Νέες οδηγίες για τη φερριτίνη: Έως 70% των ασθενών με έλλειψη σιδήρου παραμένουν αδιάγνωστοι

Newsroom
29-10-26

Νέες, τεκμηριωμένες κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση της έλλειψης σιδήρου εξέδωσε η Αμερικανική Αιματολογική Εταιρεία (ASH). Οι οδηγίες αυτές προβλέπουν την αύξηση των ορίων της φερριτίνης, με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό περιστατικών που μέχρι σήμερα παρέμεναν αδιάγνωστα. Η κίνηση αυτή έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό, καθώς εκτιμάται ότι έως και το 70% των ασθενών που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου διαφεύγουν της διάγνωσης.

Η σημασία των νέων οδηγιών

Η έλλειψη σιδήρου αποτελεί την πιο συχνή διατροφική ανεπάρκεια παγκοσμίως, επηρεάζοντας περίπου 1 στους 3 ανθρώπους, δηλαδή περίπου 2 δισεκατομμύρια άτομα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο, υπολογίζεται ότι αφορά 10 εκατομμύρια ενήλικες. Παρά την ευρεία συχνότητά της και την ύπαρξη αποτελεσματικών θεραπειών, πολλοί ασθενείς βιώνουν τα συμπτώματα για μήνες ή και χρόνια πριν τεθεί η ορθή διάγνωση.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Αιματολογική Εταιρεία, το υψηλό ποσοστό των αδιάγνωστων περιστατικών, που φτάνει το 70% σε ομάδες υψηλού κινδύνου, οφείλεται στον περιορισμένο έλεγχο και στην μεγάλη ποικιλία των ορίων αναφοράς που χρησιμοποιούνται από τα εργαστήρια. Οι νέες οδηγίες, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό «Blood Advances», στοχεύουν στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος.

Τη σπουδαιότητα των κατευθυντήριων οδηγιών ανέδειξε πρόσφατα και το περιοδικό JAMA, σε δημοσίευσή του στις 23 Οκτωβρίου 2026. Ο βασικός στόχος των οδηγιών είναι η τυποποίηση των ορίων της φερριτίνης και η ουσιαστική μείωση των χαμένων διαγνώσεων, προσφέροντας ένα ενιαίο πλαίσιο για την κλινική πρακτική.

Ποιοι επηρεάζονται και ο στόχος

Οι νέες, τεκμηριωμένες κατευθυντήριες οδηγίες κλινικής πρακτικής αφορούν ένα ευρύ φάσμα πληθυσμιακών ομάδων. Συγκεκριμένα, απευθύνονται σε ενήλικες, μικρά παιδιά, άτομα που βρίσκονται σε έμμηνο ρύση, εγκύους, καθώς και σε ασθενείς που παρουσιάζουν φλεγμονή. Η διαφοροποίηση αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για προσαρμοσμένη διάγνωση ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας.

Ο κεντρικός στόχος των οδηγιών είναι διπλός: αφενός η τυποποίηση των ορίων της φερριτίνης, ώστε να υπάρχει μια κοινή και αποδεκτή βάση για τη διάγνωση, και αφετέρου η μείωση των χαμένων διαγνώσεων, επιτρέποντας την έγκαιρη παρέμβαση και θεραπεία. Με αυτόν τον τρόπο, αναμένεται να βελτιωθεί σημαντικά η διαχείριση της έλλειψης σιδήρου σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο ρόλος του σιδήρου και της φερριτίνης στον οργανισμό

Ο σίδηρος είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για την ομαλή λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Είναι ζωτικής σημασίας για την παραγωγή της αιμοσφαιρίνης, του μορίου που βρίσκεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια και είναι υπεύθυνο για τη μεταφορά του οξυγόνου σε όλους τους ιστούς και τα όργανα του σώματος. Πέρα από τη μεταφορά οξυγόνου, ο σίδηρος συμβάλλει καθοριστικά στην υγεία του εγκεφάλου, του ανοσοποιητικού συστήματος, των μυών, καθώς και στην καλή κατάσταση του δέρματος, των μαλλιών και των νυχιών.

Ο οργανισμός αποθηκεύει τον σίδηρο κυρίως μέσω της πρωτεΐνης φερριτίνης. Τα επίπεδα της φερριτίνης στο αίμα αποτελούν έναν αξιόπιστο δείκτη για το μέγεθος των αποθεμάτων σιδήρου που διαθέτει ο οργανισμός. Η μέτρηση της φερριτίνης είναι επομένως κρίσιμη για την εκτίμηση της επάρκειας σιδήρου.

Η σταδιακή εξέλιξη της έλλειψης σιδήρου

Η έλλειψη σιδήρου δεν εμφανίζεται απότομα, αλλά εξελίσσεται σταδιακά μέσα στον οργανισμό. Αρχικά, οι ανάγκες του οργανισμού σε σίδηρο υπερβαίνουν την πρόσληψή του, με αποτέλεσμα να εξαντλούνται οι αποθήκες. Σε αυτό το στάδιο, τα επίπεδα της φερριτίνης πέφτουν, ενώ η αιμοσφαιρίνη παραμένει συνήθως σε φυσιολογικά επίπεδα.

Στη συνέχεια, καθώς η έλλειψη επιμένει, διαταράσσεται η παραγωγή των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Το τελικό στάδιο είναι η εγκατάσταση της σιδηροπενικής αναιμίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μικρά και ωχρά (μικροκυτταρικά, υπόχρωμα) ερυθρά αιμοσφαίρια. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η έλλειψη σιδήρου μπορεί να υφίσταται και να προκαλεί συμπτώματα πολύ πριν εκδηλωθεί η αναιμία.

Σιδηροπενική αναιμία και οι επιπτώσεις της

Η σιδηροπενική αναιμία αναγνωρίζεται ως η συχνότερη αιματολογική πάθηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως και αποτελεσματικά, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, οι οποίες ενδέχεται να είναι ακόμη και απειλητικές για τη ζωή του ασθενούς. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία είναι επομένως καθοριστικής σημασίας για την αποφυγή αυτών των κινδύνων.

Η κύρια αιτία που οδηγεί στην έλλειψη σιδήρου είναι η απώλεια αίματος. Η αναγνώριση και αντιμετώπιση της υποκείμενης αιτίας της απώλειας αίματος είναι βασική για την επιτυχή διαχείριση της έλλειψης σιδήρου και της σιδηροπενικής αναιμίας.

Οι Έλληνες ειδικοί αναλύουν

Τη σημασία και τα κυριότερα σημεία των νέων κατευθυντήριων οδηγιών συνόψισαν οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Πρόκειται για τον Αιματολόγο Κωνσταντίνο Γιάννακα και τον Καθηγητή Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντή της Θεραπευτικής Κλινικής και πρώην Πρύτανη του ΕΚΠΑ, Θάνο Δημόπουλο. Η ανάλυσή τους συμβάλλει στην ενημέρωση της ελληνικής ιατρικής κοινότητας και του κοινού για τις εξελίξεις στον τομέα της διάγνωσης και αντιμετώπισης της έλλειψης σιδήρου.

Με πληροφορίες από: Topontiki