Στο επίκεντρο της νέας κινηματογραφικής δημιουργίας του Ριοσούκε Χαμαγκούτσι, με τίτλο «Έτσι ξαφνικά», βρίσκεται ένας οίκος ευγηρίας στο Παρίσι, όπου επιχειρείται η εφαρμογή μιας πρωτοποριακής μεθόδου. Η ταινία εστιάζει στη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην καινοτόμο διευθύντρια του οίκου και μία Γιαπωνέζα σκηνοθέτη θεάτρου, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ανίατη ασθένεια. Μέσα από αυτή τη συνθήκη, ο σκηνοθέτης αναδεικνύει τον ανθρωπισμό, προσδίδοντας παράλληλα στο έργο του μια διακριτική πολιτική διάσταση.
Ο ανθρωπισμός στο επίκεντρο
Ο οίκος ευγηρίας στο Παρίσι αποτελεί το βασικό σκηνικό όπου προσπαθεί να εφαρμοστεί η μέθοδος «humanitude», με στόχο την ουσιαστική υποστήριξη των «ενοίκων» του. Η διευθύντρια του οίκου, Μαρί Λου Φοντέν, επιμένει στην καθιέρωση και την πιστή εφαρμογή αυτής της συγκεκριμένης μεθόδου, βρίσκοντας συμπαράσταση και κατανόηση στο πρόσωπο μιας Γιαπωνέζας καλλιτέχνιδας.
Η ταινία «Έτσι ξαφνικά» καταφέρνει να αποκτήσει μια πολιτική διάσταση, παρόλο που το πρωταρχικό της πρόταγμα είναι ο ανθρωπισμός. Ο Ριοσούκε Χαμαγκούτσι διατηρεί τον αρχικό σχεδιασμό και τη στόχευση του έργου του, ενώ ταυτόχρονα εξερευνά πώς οι ανθρώπινες σχέσεις και η φροντίδα μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο σε ένα σύγχρονο πλαίσιο.
Η σχέση των πρωταγωνιστριών και οι ερμηνείες
Οι δύο κεντρικές γυναικείες φιγούρες της ταινίας, η διευθύντρια του οίκου ευγηρίας και η Γιαπωνέζα σκηνοθέτης θεάτρου, αναπτύσσουν μία στενή και τρυφερή σχέση. Η Γιαπωνέζα καλλιτέχνις βρίσκεται στον προθάλαμο του θανάτου εξαιτίας μιας ανίατης ασθένειας, γεγονός που εντείνει τη συναισθηματική φόρτιση της σχέσης τους. Αυτή η δυναμική δίνει στον Χαμαγκούτσι την ευκαιρία να περιηγηθεί στον σύγχρονο κόσμο, μέσα σε μία διάρκεια που αγγίζει τις τρισήμιση ώρες.
Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών, της Βιρζινί Εφιρά και της Τάο Οκαμότο, είναι χαμηλότονες και συμβάλλουν στον ρυθμό της ταινίας. Η Βιρζινί Εφιρά, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου της, έμαθε ιαπωνικά. Αντίστοιχα, η Τάο Οκαμότο διδάχτηκε τις σωματικές απαιτήσεις του ρόλου, γεφυρώνοντας έτσι την πολιτιστική και πολιτισμική απόσταση από τον τόπο όπου εξελίσσεται το φιλμ. Οι δύο ηθοποιοί μοιράστηκαν τα φύλλα του Χρυσού Φοίνικα στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών, αναδεικνύοντας την ποιότητα των ερμηνειών τους.
Η σκηνοθετική προσέγγιση και οι διάλογοι
Η ταινία, παρά τη μεγάλη της διάρκεια, κυλά αβίαστα, χωρίς να κουράζει τον θεατή. Αυτό οφείλεται στους εμπνευσμένους διαλόγους και στον ρυθμό που ο σκηνοθέτης κρατά με ακρίβεια μετρονόμου. Οι διάλογοι είναι μακροσκελείς, με έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον, ενώ ταυτόχρονα μοιάζουν αυθόρμητοι και «εύκολοι», εντάσσοντας το υπερβατικό και την αγωνία του επέκεινα στην καθημερινότητα με φυσικό τρόπο.
Ο Χαμαγκούτσι σκηνοθετεί με απόλυτα ρυθμική ροή, εξερευνώντας τον ανθρώπινο φόβο και την ελπίδα. Όλα κινούνται με απόλυτη ηρεμία, ακόμα και όταν βρίσκονται τόσο κοντά στην προθανάτια αγωνία. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να έχει στήσει μια κάμερα που συλλέγει αβίαστα τις πιο ανθρώπινες στιγμές, προσφέροντας μια πυκνή κινηματογραφική κατασκευή.
Το φως και το μεταφυσικό στο έργο
Το φως αποτελεί ένα καθοριστικό στοιχείο στην κινηματογραφική γλώσσα του Χαμαγκούτσι, καθώς «το σινεμά είναι φως, αλλά και ο λόγος είναι φως». Το φως στην ταινία παρουσιάζεται πότε «μαγικό» και εξωπραγματικό, και πότε απολύτως ρεαλιστικό, ειδικά στις σκηνές που διαδραματίζονται μέσα στον οίκο ευγηρίας. Αυτή η εναλλαγή συμβάλλει στην ατμόσφαιρα και την ανάδειξη των συναισθημάτων.
Το μεταφυσικό στοιχείο, το οποίο διαπνέει την ταινία, δεν εμφανίζεται με τρόπο επιτηδευμένο ή απόκοσμο. Αντιθέτως, παίρνει τη μορφή του απλού, του καθημερινού και της οικείας κατάστασης, ενσωματώνοντας την αγωνία του επέκεινα και την ελπίδα στην ανθρώπινη εμπειρία. Ο θεατής απολαμβάνει την πυκνότητα μιας κινηματογραφικής κατασκευής, όπου η ανθρώπινη φύση και οι σχέσεις ακονίζονται μέσα από την πρωτοποριακή μέθοδο «humanitude».
Με πληροφορίες από: Topontiki