Η εκτόξευση των τιμών των ακινήτων σε συνδυασμό με την εισοδηματική ασφυξία απομακρύνουν ολοένα και περισσότερο τους εργαζομένους από το ενδεχόμενο της ιδιόκτητης στέγης. Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει λάβει δραματικές διαστάσεις, καθιστώντας τη χώρα μία από τις πλέον απρόσιτες αγορές στην Ευρώπη.
Τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη ακόμη και των βασικών τους αναγκών, ενώ η απόκτηση κατοικίας τείνει να μετατραπεί σε άπιαστο όνειρο για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων με μέσες αποδοχές.
Το κόστος της ιδιοκατοίκησης στην Αθήνα
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της διεθνούς έρευνας Deloitte Property Index, η Αθήνα κατατάσσεται ανάμεσα στις πιο ακριβές και απρόσιτες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ένας μέσος εργαζόμενος στην πρωτεύουσα χρειάζεται πλέον 16 ολόκληρα χρόνια ακαθάριστων ετήσιων μισθών για να μπορέσει να αγοράσει μια νεόδμητη κατοικία μόλις 70 τετραγωνικών μέτρων.
Ο συγκεκριμένος δείκτης, ο οποίος υπολογίζει ότι ο μισθωτός διαθέτει το 100% του μισθού του για την αγορά, αποτυπώνει ανάγλυφα το μέγεθος του προβλήματος. Στην πραγματική ζωή, αν συνυπολογιστούν τα τρέχοντα έξοδα διαβίωσης, το ενοίκιο, ο πληθωρισμός και η δυνατότητα πραγματικής αποταμίευσης, ο πραγματικός χρόνος για τη συγκέντρωση του απαιτούμενου κεφαλαίου ξεπερνά ακόμη και τα 20 με 25 χρόνια.
Απόκλιση τιμών και εισοδημάτων
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην ελληνική κτηματαγορά συνθέτει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για τα ελληνικά νοικοκυριά. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί κατά περίπου 85% από το χαμηλότερο σημείο της κρίσης.
Την ίδια περίοδο, το διαθέσιμο κατά κεφαλήν εισόδημα έχει αυξηθεί μόλις κατά 47%. Αυτή η σημαντική απόκλιση μεταξύ της αύξησης των τιμών των ακινήτων και της αύξησης των εισοδημάτων καθιστά την αγορά στέγης δυσπρόσιτη για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Πρωταθλητές στο στεγαστικό κόστος
Η Ελλάδα κατέχει την αρνητική πρωτιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το ποσοστό του πληθυσμού που δαπανά ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για έξοδα στέγης. Συγκεκριμένα, ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του αποκλειστικά για έξοδα που σχετίζονται με τη στέγη.
Σε αυτά τα έξοδα περιλαμβάνονται το ενοίκιο ή η δόση του δανείου, οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, καθώς και τα κοινόχρηστα. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει την έντονη πίεση που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά λόγω του υψηλού στεγαστικού κόστους.
Το εμπόδιο της προκαταβολής
Ακόμη και για όσους πληρούν τα κριτήρια για τη λήψη στεγαστικού δανείου, η απαιτούμενη προκαταβολή αποτελεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η προκαταβολή ανέρχεται σε 20% με 30% της αξίας του ακινήτου, ποσό που είναι δύσκολο να συγκεντρωθεί.
Για να συγκεντρωθεί αυτό το ποσό, με έναν μέσο ρυθμό αποταμίευσης της τάξης του 10%, μια οικογένεια χρειάζεται πάνω από δύο δεκαετίες. Αυτή η δυσκολία στην εξασφάλιση της προκαταβολής λειτουργεί αποτρεπτικά για πολλούς που επιθυμούν να αποκτήσουν ιδιόκτητη στέγη.
Οι παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση
Η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί ένα ξαφνικό φαινόμενο, αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων που συνέβαλαν στον περιορισμό της προσφοράς ακινήτων και στην εκτόξευση της ζήτησης. Ένας από τους βασικούς παράγοντες είναι η κυριαρχία των βραχυχρόνιων μισθώσεων, όπως το Airbnb.
Χιλιάδες ακίνητα έχουν αποσυρθεί από τη μακροχρόνια ενοικίαση, με αποτέλεσμα να συμπιέζεται σημαντικά η διαθέσιμη στέγη για τους μόνιμους κατοίκους. Αυτή η μετατόπιση έχει επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση στην αγορά ακινήτων, καθιστώντας την εύρεση οικονομικά προσιτής στέγης ακόμη πιο δύσκολη.
Με πληροφορίες από: Topontiki