Οι αρχές προχώρησαν στη σύλληψη οκτώ μελών εγκληματικής οργάνωσης, η οποία κατηγορείται για τη διάπραξη τουλάχιστον 22 κλοπών και απατών. Η σπείρα δρούσε προσποιούμενη υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ ή εταιρειών τηλεφωνίας, αποκομίζοντας παράνομα περιουσιακά οφέλη που ξεπερνούν τις 800.000 ευρώ. Η δράση της οργάνωσης είχε ξεκινήσει τουλάχιστον από την 1η Σεπτεμβρίου του 2026.
Η αστυνομική επιχείρηση και οι συλλήψεις
Οι αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ), με τη συνδρομή ειδικών επιχειρησιακών ομάδων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, πραγματοποίησαν οργανωμένη επιχείρηση. Η επιχείρηση αυτή οδήγησε στον εντοπισμό και την εξάρθρωση του «τηλεφωνικού κέντρου» της οργάνωσης, το οποίο βρισκόταν εγκατεστημένο σε σπίτι στα Άνω Λιόσια.
Στο πλαίσιο αυτής της επιχείρησης, πέρασαν χειροπέδες σε οκτώ άτομα. Μεταξύ των συλληφθέντων περιλαμβάνεται ένας 27χρονος, ο οποίος φέρεται να ήταν ο «διευθυντής» της εγκληματικής ομάδας. Ο συγκεκριμένος είχε την ευθύνη της εποπτείας του «τηλεφωνικού κέντρου» και παράλληλα συντόνιζε όλες τις επιχειρησιακές δράσεις της οργάνωσης.
Οι ρόλοι των μελών της οργάνωσης
Η εγκληματική οργάνωση διέθετε σαφή ιεραρχία και καταμερισμό ρόλων μεταξύ των μελών της. Πέντε από τους συλληφθέντες, συγκεκριμένα ένας 40χρονος, δύο 27χρονοι, ένας 28χρονος και ένας 31χρονος, λειτουργούσαν ως τηλεφωνητές. Το έργο τους περιλάμβανε τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών, καθώς και την ανεύρεση υποψήφιων θυμάτων. Στη συνέχεια, αναλάμβαναν την τηλεφωνική επικοινωνία με τα άτομα που είχαν επιλέξει ως στόχους.
Επιπλέον, δύο ακόμη άτομα, ένας 31χρονος και ένας 27χρονος, είχαν τον ρόλο των τηλεφωνητών-εισπρακτόρων. Αυτοί ήταν επιφορτισμένοι με την ολοκλήρωση της απάτης, εξασφαλίζοντας την παράνομη αποκόμιση των χρημάτων και των τιμαλφών από τα θύματα. Η αστυνομική έρευνα, όπως προέκυψε από την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., κατέδειξε ότι τα μέλη της οργάνωσης είχαν συστήσει και ενταχθεί σε αυτή την εγκληματική ομάδα τουλάχιστον από την 1η Σεπτεμβρίου του 2026, με αποκλειστικό σκοπό την τέλεση διακεκριμένων κλοπών και απατών.
Ο τρόπος δράσης των απατεώνων
Ο τρόπος δράσης (modus operandi) της οργάνωσης ήταν συγκεκριμένος και καλά οργανωμένος. Αρχικά, τα μέλη της εντόπιζαν τα υποψήφια θύματα αναζητώντας τα στοιχεία τους μέσω έντυπων τηλεφωνικών καταλόγων, αλλά και μέσω ιστοσελίδων που παρείχαν πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου. Καθημερινά πραγματοποιούσαν πλήθος τηλεφωνικών κλήσεων σε αυτά τα άτομα.
Κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών επικοινωνιών, οι δράστες παρουσιάζονταν ψευδώς ως υπάλληλοι διαφόρων φορέων. Συγκεκριμένα, προσποιούνταν τους υπαλλήλους του Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε., υπαλλήλους εταιρειών τηλεφωνίας, εταιρειών ενέργειας ή ακόμα και λογιστές. Επικαλούνταν διάφορα προσχήματα για να πείσουν τα θύματα, όπως τη δήλωση στην εφορία, τη διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας ή τεχνικές βλάβες του δικτύου τηλεπικοινωνιών ή ενέργειας.
Με αυτό τον τρόπο, έπειθαν τα θύματα να συγκεντρώσουν χρήματα και τιμαλφή και να τα τοποθετήσουν σε συγκεκριμένα σημεία, είτε εντός είτε εκτός των οικιών τους, τα οποία ήταν εύκολα προσβάσιμα. Στη συνέχεια, άλλα μέλη της οργάνωσης μετέβαιναν στα προσυμφωνημένα σημεία και αφαιρούσαν τα χρήματα και τα τιμαλφή, ολοκληρώνοντας έτσι την απάτη.
Μέτρα για την αποφυγή εντοπισμού
Οι κατηγορούμενοι είχαν λάβει συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου να δυσχεράνουν τον εντοπισμό τους από τις διωκτικές αρχές. Ένα από αυτά τα μέτρα ήταν η τακτική αλλαγή της εγκατάστασης του «τηλεφωνικού κέντρου» τους. Αυτό γινόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να μη μπορούν να εντοπιστούν εύκολα οι βάσεις των επιχειρήσεών τους.
Επιπρόσθετα, προέβαιναν σε συνεχή αλλαγή των επιχειρησιακών τηλεφωνικών συνδέσεων και αριθμών που χρησιμοποιούσαν. Αυτή η πρακτική αποσκοπούσε στο να καθιστά δύσκολη την παρακολούθηση των επικοινωνιών τους και την ταυτοποίησή τους. Στους χώρους όπου λειτουργούσαν τα «τηλεφωνικά κέντρα», είχαν τοποθετήσει ρολά ασφαλείας, μια κίνηση που είχε ως στόχο την έγκαιρη αποτροπή ή καθυστέρηση τυχόν αιφνιδιαστικής επέμβασης των αρχών.
Με πληροφορίες από: Topontiki, Reader