Ένα βιβλίο ηλικίας 300 ετών φαίνεται πως προέβλεψε την εμφάνιση των σημερινών chatbot τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται για το κλασικό λογοτεχνικό αριστούργημα του Τζόναθαν Σουίφτ, «Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ», το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1726 και επιστρέφει δυναμικά στην επικαιρότητα εξαιτίας ορισμένων εντυπωσιακών αναλογιών με τη σύγχρονη τεχνολογία.
Η επιστροφή ενός κλασικού έργου
Αν και οι περισσότεροι αναγνώστες συνδέουν το έργο με τις περιπέτειες του πρωταγωνιστή στη χώρα των Λιλιπούτειων, το τρίτο μέρος του βιβλίου εμπεριέχει μια πρωτοποριακή σάτιρα. Αυτή η σάτιρα αντικατοπτρίζει σχεδόν πιστά τη λειτουργία και τις υποσχέσεις των σημερινών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.
Η ανακάλυψη αυτή φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα από τα πιο γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αναδεικνύοντας μια πτυχή του που παρέμενε λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό σε σχέση με τις πιο διάσημες περιπέτειες του Γκιούλιβερ.
Η Μεγάλη Ακαδημία του Λαγκάδο και ο εφευρέτης
Στο συγκεκριμένο τμήμα του μυθιστορήματος, ο Γκιούλιβερ επισκέπτεται τη Μεγάλη Ακαδημία του Λαγκάδο. Πρόκειται για ένα επιστημονικό ίδρυμα όπου οι ακαδημαϊκοί αφιερώνονται σε παράδοξες και ανεφάρμοστες ιδέες, ενώ η πόλη γύρω τους δοκιμάζεται από τη φτώχεια.
Εκεί, ο ήρωας συναντά έναν εφευρέτη ο οποίος έχει κατασκευάσει μια τεράστια μηχανή από ξύλο και σύρματα. Η συσκευή αυτή ήταν σχεδιασμένη να παράγει γραπτό λόγο χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης σκέψης, μια ιδέα που ακούγεται εντυπωσιακά σύγχρονη.
Η λειτουργία και οι υποσχέσεις της «μηχανής»
Ο δημιουργός της μηχανής ισχυριζόταν με απόλυτη βεβαιότητα ότι χάρη σε αυτή τη συσκευή, ακόμα και ο πιο αμαθής άνθρωπος θα μπορούσε, με ελάχιστο κόστος και χωρίς ιδιαίτερη σωματική ή πνευματική προσπάθεια, να συγγράψει βιβλία. Συγκεκριμένα, αναφερόταν σε βιβλία φιλοσοφίας, ποίησης, πολιτικής, νομοθεσίας και μαθηματικών, χωρίς να διαθέτει την παραμικρή ιδιοφυΐα ή προηγούμενη μελέτη.
Η λειτουργία της μηχανής βασιζόταν στην τοποθέτηση όλων των λέξεων της γλώσσας πάνω σε περιστρεφόμενα ξύλινα τετράγωνα. Με τη μετακίνηση ειδικών μοχλών από τους μαθητές, οι λέξεις άλλαζαν συνεχώς θέσεις και τυχαίους συνδυασμούς. Στη συνέχεια, οι παρευρισκόμενοι διάβαζαν τις γραμμές που σχηματίζονταν στην επιφάνεια και, όποτε εντόπιζαν τρεις ή τέσσερις λέξεις που μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας πρότασης, τις υπαγόρευαν σε γραφείς.
Φιλοδοξίες και πραγματικότητα
Ο εφευρέτης φιλοδοξούσε πως, συγκεντρώνοντας αυτά τα σκόρπια αποσπάσματα, θα κατάφερνε τελικά να συνθέσει ένα πλήρες σύστημα όλων των τεχνών και των επιστημών. Μάλιστα, ζητούσε τεράστιες χρηματοδοτήσεις για να κατασκευάσει 500 παρόμοιες μηχανές.
Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Η συσκευή παρήγαγε κυρίως άχρηστα θραύσματα κειμένου και αδυνατούσε να παραγάγει ουσιαστική νέα γνώση, αφήνοντας την κοινωνία χωρίς κανένα πραγματικό όφελος, παρά τις μεγάλες υποσχέσεις.
Οι εντυπωσιακές αναλογίες με τη σύγχρονη τεχνολογία
Οι ομοιότητες με τα σημερινά μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι περισσότερο από προφανείς. Η υπόσχεση για αυτόματη παραγωγή κειμένου χωρίς να απαιτείται βαθιά γνώση, η απαίτηση για τεράστιες οικονομικές επενδύσεις σε μηχανήματα αμφίβολης αξίας, καθώς και ο πλήρης διαχωρισμός της παραγωγής του λόγου από την ουσιαστική κατανόηση αποτελούν κοινά σημεία αναφοράς.
Στην πραγματικότητα, ο Σουίφτ δεν επεδίωκε να προφητεύσει το μέλλον. Αντίθετα, στόχος του ήταν να σατιρίσει τους ακαδημαϊκούς κύκλους της εποχής του και τη Βασιλική Εταιρεία της Αγγλίας, στηλιτεύοντας την τυφλή προσήλωση σε θεωρητικά σχήματα που δεν έβρισκαν εφαρμογή ή προσέφεραν πραγματικό όφελος.
Με πληροφορίες από: Gazzetta