Επαγγελματίες αλιείς που συμμετέχουν σε πρόγραμμα καθαρισμού των ελληνικών θαλασσών έχουν ανασύρει 6.278 τσιμεντόλιθους από τον βυθό. Μαζί με αυτούς, έχουν καταγραφεί και περίπου 11.700 συνθετικά σχοινιά, αποκαλύπτοντας μια σχεδόν άγνωστη παράνομη πρακτική που συνδέεται με την αλιεία. Αυτά τα αντικείμενα, που δεν αναμένονται στον βυθό, αποτελούν ένα μέρος των συνολικών απορριμμάτων που έχουν απομακρυνθεί.
Η αποκάλυψη των αριθμών στον βυθό
Οι 6.278 τσιμεντόλιθοι που ανασύρθηκαν προκαλούν εντύπωση, καθώς δεν είναι το είδος του αντικειμένου που συνήθως περιμένει κανείς να βρει στον βυθό μιας ελληνικής θάλασσας. Τα ευρήματα αυτά προστίθενται σε πλαστικές σακούλες, μπουκάλια, εγκαταλειμμένα δίχτυα και κάθε λογής απορρίμματα που επιβαρύνουν το θαλάσσιο περιβάλλον.
Πέρα από τους τσιμεντόλιθους, οι αλιείς έχουν καταγράψει και περίπου 11.700 συνθετικά σχοινιά. Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν απλώς μια ένδειξη της γενικότερης ρύπανσης, αλλά υποδεικνύουν μια συγκεκριμένη προέλευση και έναν επαναλαμβανόμενο τρόπο με τον οποίο φτάνουν στον βυθό.
Το πρόγραμμα «Ψαρεύοντας Απορρίμματα»
Η αποκάλυψη αυτών των αντικειμένων έγινε στο πλαίσιο του προγράμματος «Fishing For Litter – Ψαρεύοντας Απορρίμματα». Το πρόγραμμα ξεκίνησε να εφαρμόζεται το 2019, αποτελώντας μια συνεργασία του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδη και της περιβαλλοντικής οργάνωσης iSea.
Από την έναρξή του, οι αλιείς που συμμετέχουν σε αυτό έχουν απομακρύνει από μεγάλα βάθη περισσότερους από 360 τόνους απορριμμάτων. Από το σύνολο των συλλεχθέντων απορριμμάτων, πάνω από το 83% είναι πλαστικό, ενώ περίπου το 34% αντιστοιχεί σε εγκαταλειμμένο αλιευτικό εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένων των τσιμεντόλιθων και των συνθετικών σχοινιών.
Η λειτουργία των αλιευτικών γρι-γρι
Οι τσιμεντόλιθοι και τα χαρακτηριστικά σχοινιά συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία των αλιευτικών γρι-γρι. Τα σκάφη αυτά ψαρεύουν κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας, χρησιμοποιώντας το φως ως μέσο για να συγκεντρώσουν κοπάδια ψαριών. Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται μικρά πλωτά φωτιστικά μέσα, τα οποία είναι γνωστά στον κλάδο της αλιείας ως «ρομπότ».
Αυτά τα «ρομπότ» απομακρύνονται από το κυρίως αλιευτικό σκάφος και παραμένουν σταθερά σε ένα συγκεκριμένο σημείο της θάλασσας. Το φως που εκπέμπουν προσελκύει τα ψάρια, δημιουργώντας σταδιακά ένα κοπάδι γύρω τους. Στη συνέχεια, το κοπάδι κατευθύνεται προς το αλιευτικό σκάφος για να πραγματοποιηθεί η αλιεία.
Η προβλεπόμενη διαδικασία αγκυροβολίας
Για να παραμένει σταθερό το φωτιστικό μέσο κατά τη διάρκεια της αλιείας, απαιτείται η αγκυροβολία του. Η προβλεπόμενη και νόμιμη διαδικασία ορίζει τη χρήση μιας κατάλληλης μικρής άγκυρας. Αυτή η άγκυρα συνδέεται με το φωτιστικό μέσο και ανασύρεται μαζί με τον υπόλοιπο εξοπλισμό μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία της αλιείας.
Η παράνομη πρακτική και οι επιπτώσεις της
Ωστόσο, στην πράξη, ορισμένοι αλιείς επιλέγουν μια διαφορετική, αυτοσχέδια και παράνομη μέθοδο, καθώς θεωρείται ευκολότερη και ταχύτερη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει συλλέξει η περιβαλλοντική οργάνωση iSea, αντί της προβλεπόμενης άγκυρας, χρησιμοποιούνται ένας ή δύο τσιμεντόλιθοι. Επιπλέον, αντί της αλυσίδας, χρησιμοποιείται συνθετικό σχοινί από πολυπροπυλένιο, γνωστό στον κλάδο ως «σχοινάκι γρι-γρι».
Όταν ολοκληρωθεί η αλιευτική διαδικασία, αντί να ανασυρθεί ολόκληρο το σύστημα αγκυροβολίας, το σχοινί κόβεται. Αυτή η πρακτική έχει ως αποτέλεσμα οι τσιμεντόλιθοι και τα συνθετικά σχοινιά να παραμένουν στον βυθό, συμβάλλοντας στη συστηματική ρύπανση των ελληνικών θαλασσών με «σιωπηλά» σκουπίδια.
Με πληροφορίες από: Topontiki