Κοινωνία

Ενδομητρίωση: Η «κρυφή νόσος» που επηρεάζει τη γονιμότητα

Κωνσταντίνα Κοσμά
30-09-26

Στον ευαίσθητο τομέα της γυναικολογικής φροντίδας, η ιατρική επιστήμη καλείται να ακούσει, να κατανοήσει και να προστατεύσει. Σε αυτό το πλαίσιο, η έγκαιρη αναγνώριση των σημάτων που στέλνει ο ανθρώπινος οργανισμός λειτουργεί ως ένας πολύτιμος σύμμαχος, με στόχο την προστασία της γυναικείας γονιμότητας από παθήσεις που συχνά αναπτύσσονται αθόρυβα.

Όπως επισημαίνει ο κ. Στυλιανός Ίβρος, Διευθυντής Κέντρου Γυναικολογίας & Γυναικολογικής Ογκολογίας στο Metropolitan Hospital, «η ενδομητρίωση συνιστά μία από τις πιο χαρακτηριστικές «κρυφές» παθήσεις της γυναικολογίας, έναν σιωπηλό εχθρό που συχνά διαλανθάνει της προσοχής και συνδέεται στενά με τη γυναικεία υπογονιμότητα».

Τι είναι η ενδομητρίωση;

Η ενδομητρίωση, στην πιο διαδεδομένη της μορφή, χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη ιστού που μοιάζει με το ενδομήτριο. Το ενδομήτριο είναι το εσωτερικό στρώμα της μήτρας, το οποίο έχει ως βασική λειτουργία να υποδέχεται το γονιμοποιημένο ωάριο.

Ωστόσο, στην περίπτωση της ενδομητρίωσης, αυτός ο ιστός αναπτύσσεται εκτός της ενδομητρικής κοιλότητας. Οι περιοχές όπου συνήθως εντοπίζεται περιλαμβάνουν τις ωοθήκες, τις σάλπιγγες, το περιτόναιο, καθώς και διάφορους ιστούς της πυέλου.

Ο μηχανισμός της πάθησης

Κατά τη διάρκεια του καταμήνιου κύκλου, ο ιστός αυτός, που βρίσκεται εκτός της μήτρας, αντιδρά στις ίδιες ορμονικές διεγέρσεις με το κανονικό ενδομήτριο. Αυτό σημαίνει ότι αυξάνεται σε μέγεθος, διασπάται και αιμορραγεί, όπως ακριβώς και ο ιστός εντός της μήτρας.

Η βασική διαφορά είναι ότι ο εγκλωβισμένος ιστός, μη έχοντας διέξοδο διαφυγής από το σώμα, προκαλεί τοπική φλεγμονή. Αυτή η φλεγμονή μπορεί να οδηγήσει στον σχηματισμό ουλώδους ιστού και πυελικών συμφύσεων. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η διαδικασία έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει αρνητικά τη φυσιολογική ανατομία και λειτουργία των γεννητικών οργάνων.

Η σύνδεση με την υπογονιμότητα

Η ενδομητρίωση συνδέεται με τη δυσκολία επίτευξης εγκυμοσύνης μέσω ενός πολυπαραγοντικού μηχανισμού. Αποτελεί συχνή αιτία ιατρικής διερεύνησης για ζευγάρια που αντιμετωπίζουν προβλήματα γονιμότητας. Η επίδρασή της στη γονιμότητα εκδηλώνεται κυρίως μέσω των μηχανισμών που περιγράφηκαν, δηλαδή την αλλοίωση της ανατομίας και της λειτουργίας των γεννητικών οργάνων.

Η πρόκληση της έγκαιρης διάγνωσης

Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στην αποτελεσματική διαχείριση της ενδομητρίωσης είναι η καθυστέρηση στη διάγνωση. Η καθυστέρηση αυτή υπολογίζεται διεθνώς ότι κυμαίνεται από 7 έως 10 έτη. Ο κ. Ίβρος αναφέρει πως πολλές γυναίκες συμβιβάζονται με τη συμπτωματολογία της πάθησης, θεωρώντας λανθασμένα τον έντονο πόνο ως ένα φυσιολογικό κομμάτι της περιόδου.

Υπάρχουν κύρια συμπτώματα που λειτουργούν ως προειδοποιητικό «καμπανάκι» για την ενδομητρίωση, τα οποία θα πρέπει να οδηγήσουν τις γυναίκες σε ιατρική εκτίμηση.

Σύγχρονες διαγνωστικές μέθοδοι

Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση αποτελεί τη βάση για την προστασία της γυναικείας γονιμότητας. Η διαγνωστική διαδικασία στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: το λεπτομερές ιστορικό της ασθενούς, την κλινική εκτίμηση από τον ειδικό ιατρό και τη χρήση προηγμένων απεικονιστικών τεχνικών.

Σήμερα, η ιατρική επιστήμη διαθέτει εξειδικευμένα εργαλεία για την ακριβή διάγνωση της ενδομητρίωσης. Το Διακολπικό Υπερηχογράφημα Υψηλής Ευκρίνειας, γνωστό και ως Mapping ενδομητρίωσης, καθώς και η Μαγνητική Τομογραφία (MRI) Πυέλου με ειδικό πρωτόκολλο, επιτρέπουν τη λεπτομερή χαρτογράφηση των βλαβών. Αυτές οι τεχνικές προσφέρουν στην ιατρική ομάδα την απαιτούμενη ακρίβεια, ακόμη και στις περιπτώσεις βαθιάς διηθητικής ενδομητρίωσης.

Με πληροφορίες από: Topontiki