Για πολλές δεκαετίες, η ιατρική κοινότητα ακολουθούσε μια τακτική απόκρυψης της διάγνωσης του καρκίνου από τους ασθενείς, μια πρακτική που άλλαξε ριζικά προς τα τέλη του 20ού αιώνα. Ενώ σήμερα θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα κάθε ατόμου να γνωρίζει την ακριβή κατάσταση της υγείας του, η ειλικρινής ενημέρωση των καρκινοπαθών αποτελεί μια σχετικά πρόσφατη κατάκτηση της ιατρικής ηθικής.
Η παλαιότερη πρακτική της ιατρικής κοινότητας
Η ιατρική κοινότητα θεωρούσε επί δεκαετίες καθήκον της να αποκρύπτει τη διάγνωση του καρκίνου από τους ασθενείς. Παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις έδειχναν διαχρονικά πως η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων επιθυμούσε να γνωρίζει την αλήθεια, οι γιατροί επέλεγαν συστηματικά τη σιωμή.
Η βασική αιτιολογία πίσω από αυτή την πρακτική ήταν η πεποίθηση ότι η αποκάλυψη μιας τόσο σοβαρής ασθένειας θα προκαλούσε ανεπανόρθωτο ψυχολογικό κλονισμό στον ασθενή, επηρεάζοντας αρνητικά την ψυχολογία και το ηθικό του.
Ο κώδικας δεοντολογίας και η «αποφυγή ζοφερών προβλέψεων»
Η τακτική της απόκρυψης ήταν βαθιά ριζωμένη στον πρώτο Κώδικα Δεοντολογίας του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου. Ο κώδικας αυτός συμβούλευε τους θεράποντες ιατρούς να αποφεύγουν τις «ζοφερές προβλέψεις», προκειμένου να προστατεύσουν την ψυχολογία των ασθενών.
Συνήθως, η διάγνωση μοιραζόταν μόνο με τους συγγενείς ή τους φίλους του ασθενούς, ενώ στον ίδιο τον ασθενή αποκαλυπτόταν μόνο αν κρινόταν απολύτως αναγκαίο. Ο κώδικας ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η ζωή ενός ασθενούς μπορεί να μικρύνει όχι μόνο από τις πράξεις, αλλά και από τα λόγια ή τη συμπεριφορά ενός γιατρού. Επομένως, αποτελεί ιερό καθήκον η αποφυγή όλων εκείνων που έχουν την τάση να αποθαρρύνουν τον ασθενή και να κάμπτουν το ηθικό του».
Έρευνα του 1953 και οι φόβοι των γιατρών
Μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1953 σε 444 γιατρούς έδειξε το εύρος αυτής της πρακτικής. Από τους συμμετέχοντες, μόλις το 3% δήλωσε ότι ενημέρωνε πάντα τον ασθενή για τη διάγνωση του καρκίνου, ενώ ένα συντριπτικό 69% δεν το έκανε σχεδόν ποτέ.
Ο κύριος λόγος για αυτή τη στάση ήταν ο φόβος μιας «ανεπιθύμητης συναισθηματικής αντίδρασης» από την πλευρά του ασθενούς. Ένας γιατρός της εποχής είχε αναφέρει: «Είμαι κατηγορηματικά αντίθετος στο να μαθαίνει ο ασθενής ότι έχει καρκίνο. Για όλους τους ανθρώπους, έξυπνους ή μη, η λέξη καρκίνος σημαίνει θανατική καταδίκη, και ακόμη κι αν συναντήσεις κάποιον που επιμένει να μάθει τα χειρότερα, η ψυχολογία του θα επηρεαστεί ανεπανόρθωτα».
Πρακτικοί λόγοι πίσω από την απόκρυψη
Πέρα από την πρόθεση προστασίας του ασθενούς, υπήρχαν και πιο πρακτικοί λόγοι που συνέβαλαν στη στάση των γιατρών. Παρατηρήσεις σε νοσοκομεία κατά τη δεκαετία του 1960 αποκάλυψαν ότι πολλοί γιατροί δεν γνώριζαν αρκετά καλά τους ασθενείς τους, ώστε να μπορούν να κρίνουν την αντοχή τους στην αποκάλυψη της αλήθειας.
Επιπλέον, οι ίδιοι οι γιατροί συχνά δυσκολεύονταν να διαχειριστούν τη συναισθηματική φόρτιση που συνεπάγονταν η αποκάλυψη μιας τόσο δυσάρεστης διάγνωσης. Τέλος, υπήρχε και η επιθυμία να αποφευχθούν οι εντάσεις και οι δυσάρεστες σκηνές εντός των νοσοκομειακών τμημάτων, γεγονός που ενίσχυε την πρακτική της σιωπής.
Η μεγάλη μεταστροφή στην ιατρική ηθική
Η μεγάλη αλλαγή σε αυτή την πρακτική ξεκίνησε να διαμορφώνεται τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Η μεταστροφή αυτή επηρεάστηκε από ευρύτερες κοινωνικές ανατροπές που συνέβαιναν σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, καθώς και από ιατρικά σκάνδαλα που είδαν το φως της δημοσιότητας, όπως η διαβόητη έρευνα για τη σύφιλη στο Τασκίγκι.
Όπως σημειώνεται σε σχετική μελέτη, «Μακροχρόνιες κοινωνικές νόρμες ανατρέπονταν σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης γιατρού-ασθενούς. Λόγω ευρέως δημοσιοποιημένων αμφισβητήσεων, υπήρξε μια νέα απαίτηση για προστασία από το ιατρικό καθεστώς». Παράλληλα, η εξέλιξη των θεραπειών για τον καρκίνο επέτρεψε στους γιατρούς να ανακοινώνουν τη νόσο χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα άμεση θανατική καταδίκη, συμβάλλοντας έτσι σε μια θεαματική μεταστροφή στην ιατρική δεοντολογία.
Με πληροφορίες από: Gazzetta