Κοινωνία

Η «παγίδα» των τριετιών, οι εργοδοτικές αντιστάσεις και το «αγκάθι» της χαμένης δεκαετίας

Κωνσταντίνα Κοσμά
16-09-26

Σχεδόν δυόμισι χρόνια έχουν περάσει από τότε που το «ξεπάγωμα» των τριετιών παρουσιάστηκε ως μια σημαντική μισθολογική νίκη για τον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, η σκληρή πραγματικότητα της αγοράς εργασίας φαίνεται να αποδομεί το κυβερνητικό αφήγημα, καθώς η προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας αποδεικνύεται στην πράξη «δώρον άδωρον» για την πλειονότητα των εργαζομένων.

Την ίδια στιγμή, οι εργοδοτικές αντιστάσεις παραμένουν ισχυρές, κρατώντας σθεναρά τις αμυντικές τους γραμμές. Πίσω από τις διακηρύξεις για «εταιρική κοινωνική ευθύνη», οι εργοδοτικοί φορείς συνεχίζουν να μπλοκάρουν κάθε προσπάθεια ουσιαστικής διάχυσης των αυξήσεων στην αγορά.

Η πραγματικότητα του «ξεπαγώματος»

Η υπόθεση του «ξεπαγώματος» των τριετιών, που είχε πλασαριστεί ως σημαντική μισθολογική νίκη, αντιμετωπίζει πλέον την αποδόμηση από την πραγματικότητα της αγοράς. Η προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας, αντί να αποτελέσει ουσιαστική ενίσχυση, χαρακτηρίζεται ως «δώρον άδωρον» για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.

Οι εργοδοτικές αντιστάσεις διατηρούνται, με αποτέλεσμα η στασιμότητα να παραμένει απόλυτη για τους περισσότερους εργαζόμενους. Αυτή η κατάσταση έρχεται σε αντίθεση με τις αρχικές προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί γύρω από το μέτρο.

Τα στοιχεία του «ΕΡΓΑΝΗ» και ο μηχανισμός του συμψηφισμού

Τα επίσημα νούμερα του συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ» αποτυπώνουν την κατάσταση χωρίς ωραιοποιήσεις. Μόλις ένα ποσοστό που κυμαίνεται από 10% έως 12% των χαμηλόμισθων εργαζομένων, δηλαδή περίπου 100.000 έως 120.000 άτομα, κατάφερε να δει έστω και ένα ευρώ παραπάνω στην τσέπη του. Για όλους τους υπόλοιπους, η μισθολογική στασιμότητα παραμένει αμετάβλητη.

Ο βασικός λόγος για αυτή τη στασιμότητα είναι το νομικό «παράθυρο» του συμψηφισμού. Αυτό επιτρέπει στις επιχειρήσεις να απορροφούν την αύξηση της τριετίας μέσα στις ήδη καταβαλλόμενες «οικειοθελείς παροχές». Συνεπώς, όποιος εργαζόμενος λάμβανε έστω και λίγο πάνω από τον κατώτατο μισθό, δεν παρατήρησε την παραμικρή διαφορά στον λογαριασμό του.

Για τους λίγους δικαιούχους του κατώτατου μισθού, το πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες προσαυξήσεις. Για τους υπαλλήλους στην πρώτη τριετία, η προσαύξηση ανέρχεται σε 10%, ενώ για τους εργατοτεχνίτες είναι 5%. Στη δεύτερη τριετία, η προσαύξηση φτάνει το 20% για τους υπαλλήλους, και στην τρίτη τριετία «ταβανάρει» στο 30%. Για τους εργατοτεχνίτες, η προσαύξηση φτάνει το 15% στη 12ετία.

Οι αντιστάσεις των εργοδοτικών φορέων

Οι εργοδοτικοί φορείς, όπως ο ΣΕΒ, η ΓΣΕΒΕΕ και η ΕΣΕΕ, συνεχίζουν να προβάλλουν ισχυρές αντιστάσεις, αψηφώντας τις διακηρύξεις για «εταιρική κοινωνική ευθύνη». Αυτή η στάση μπλοκάρει κάθε προσπάθεια για ουσιαστική διάχυση των μισθολογικών αυξήσεων στην αγορά εργασίας.

Ο επιχειρηματικός κόσμος ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι διατεθειμένος να δεχτεί διοικητικές επιβολές αυξήσεων, εάν αυτές δεν συνδέονται με μια μετρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας. Παράλληλα, οι εργοδότες διαμηνύουν πως, για να μπορέσει να απορροφηθεί το όποιο μισθολογικό κόστος, η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει σε μια νέα, επιθετική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, μετακυλίοντας ουσιαστικά το βάρος στο ασφαλιστικό σύστημα.

Το «αγκάθι» της αναδρομικότητας

Το μεγαλύτερο σημείο τριβής στις συζητήσεις παραμένει το ζήτημα της αναδρομικότητας. Ο ΣΕΒ απορρίπτει κατηγορηματικά οποιαδήποτε συζήτηση αφορά την περίοδο 2012–2023, χαρακτηρίζοντας τη διαγραφή της 12ετίας ως «κόκκινη γραμμή».

Οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι τυχόν αναδρομικές διεκδικήσεις θα αποτελούσαν «νάρκη» για τη βιωσιμότητα των ισολογισμών τους, γεγονός που καθιστά το θέμα ιδιαίτερα ευαίσθητο και δύσκολο προς επίλυση.

Τα αιτήματα της ΓΣΕΕ και των σωματείων

Απέναντι σε αυτό το τείχος των εργοδοτικών αντιστάσεων, η ΓΣΕΕ και τα σωματεία δίνουν τη δική τους μάχη, προβάλλοντας τρία βασικά αιτήματα. Πρώτον, ζητούν την πλήρη αναγνώριση της «χαμένης» 12ετίας, η οποία, όπως αναφέρουν, «χαρίστηκε εργοδοτικά».

Δεύτερον, διεκδικούν την κατάργηση του συμψηφισμού, ώστε η προσαύξηση λόγω τριετιών να προστίθεται πάνω στον πραγματικό καταβαλλόμενο μισθό. Τρίτον, απαιτούν την ακαριαία επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, ως μέσο για την ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων και των μισθών.

Με πληροφορίες από: Topontiki