Η νεότερη έκθεση PISA 2025 του ΟΟΣΑ κρούει ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου για το μέλλον της ελληνικής εκπαίδευσης, καταγράφοντας τη συνεχιζόμενη πτώση της χώρας. Η έρευνα αποκαλύπτει σημαντικές ελλείψεις και ένα προβληματικό σχολικό κλίμα, με περαιτέρω υποχώρηση της Ελλάδας στον διαγωνισμό. Πέρα από τη δραματική μείωση των επιδόσεων σε βασικούς τομείς, η έκθεση φωτίζει ζητήματα όπως οι απουσίες, η απουσία πειθαρχίας και τα κενά στην ψηφιακή διδασκαλία.
Οι επιδόσεις σε ανάγνωση, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες
Συγκριτικά με τις μετρήσεις του 2022, η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ καταγράφει απώλεια 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες για τους Έλληνες μαθητές. Αντίστοιχα, στα Μαθηματικά παρατηρείται μείωση κατά 6 μονάδες, ενώ στην Ανάγνωση η πτώση είναι ιδιαίτερα αισθητή, φτάνοντας τις 16 μονάδες.
Η επιδείνωση στην κατανόηση κειμένου κρίνεται εξαιρετικά κρίσιμη για τη μαθησιακή διαδικασία. Η ίδια η έρευνα τονίζει ότι η συγκεκριμένη δεξιότητα αποτελεί τον απόλυτο πυλώνα της μάθησης, καθώς επηρεάζει άμεσα την ικανότητα των μαθητών να αφομοιώνουν γνώσεις και στα υπόλοιπα μαθήματα.
Η επίδοση στον ψηφιακό κόσμο
Στο νέο πεδίο αξιολόγησης της PISA 2025, το οποίο φέρει τον τίτλο «Learning in the Digital World», εξετάζεται η υπολογιστική επίλυση προβλημάτων. Σε αυτόν τον τομέα, οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν μόλις 461 μονάδες, μία επίδοση που αναδεικνύει τις προκλήσεις στον ψηφιακό γραμματισμό.
Η συγκεκριμένη επίδοση στην ανάλυση δεδομένων και τον προγραμματισμό τοποθετεί την Ελλάδα στο ίδιο επίπεδο με κράτη όπως η Κροατία, η Χιλή, η Μάλτα, το Βιετνάμ και η Ουρουγουάη. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για βελτίωση στις ψηφιακές δεξιότητες των μαθητών.
Η δεκαετής «ελεύθερη πτώση» και το κατώφλι επάρκειας
Η σύγκριση των δεδομένων σε βάθος δεκαετίας είναι αποκαλυπτική και δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού, σύμφωνα με την έκθεση. Βάσει της γραμμικής παλινδρόμησης που εφαρμόζει ο ΟΟΣΑ για την εξαγωγή της μέσης τάσης, η Ελλάδα καταγράφει μια συνεχή «ελεύθερη πτώση» στις επιδόσεις.
Αυτές οι στατιστικά σημαντικές μεταβολές δείχνουν ότι, σε επίπεδο δεκαετίας, η Ελλάδα χάνει σχεδόν τριπλάσιες μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες σε σύγκριση με τον διεθνή μέσο όρο. Η υποχώρηση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στους πιο αδύναμους μαθητές, αλλά αφορά και εκείνους με υψηλές επιδόσεις, διατηρώντας το μεταξύ τους χάσμα αμετάβλητο.
Ένα από τα πλέον δυσοίωνα στοιχεία της έρευνας αφορά το επίπεδο 2, το οποίο αποτελεί το καθοριστικό κατώφλι επάρκειας. Κάτω από αυτό το όριο, οι μαθητές δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν τη γνώση τους για να ερμηνεύσουν πραγματικές καταστάσεις. Στην Ελλάδα, σχεδόν ένας στους τρεις δεκαπεντάχρονους αδυνατεί να ξεπεράσει αυτό το όριο σε οποιοδήποτε μάθημα.
Επιπλέον, η αναλογία υψηλών προς χαμηλών επιδόσεων στην Ελλάδα είναι 1 προς 10, ένα ποσοστό που απέχει σημαντικά από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ο οποίος βρίσκεται στο 1 προς 1,7. Αυτό αναδεικνύει ένα ευρύ χάσμα μεταξύ των μαθητών με τις καλύτερες και τις χειρότερες επιδόσεις.
Η ψαλίδα των φύλων στην ανάγνωση
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν οι τεράστιες διαφορές στις επιδόσεις μεταξύ αγοριών και κοριτσιών στον τομέα της ανάγνωσης. Τα κορίτσια καταγράφουν 446 μονάδες, ενώ τα αγόρια φτάνουν τις 400 μονάδες.
Η απόκλιση των 46 μονάδων εντάσσει ρητά την Ελλάδα στις επτά χώρες με τη μεγαλύτερη ψαλίδα παγκοσμίως. Αυτή η διαφορά είναι πολύ πάνω από τον μέσο όρο των 30 μονάδων που παρατηρείται στις χώρες του ΟΟΣΑ, υπογραμμίζοντας μια σημαντική ανισότητα στις δεξιότητες ανάγνωσης μεταξύ των δύο φύλων.
Με πληροφορίες από: Ieidiseis