Η Πέστανη της Θεσπρωτίας, γνωστή σήμερα ως Κρυόβρυση, αποτελεί ένα χωριό-φάντασμα, καθώς ερημώθηκε ολοσχερώς τον Νοέμβριο του 1979. Δύο ισχυροί σεισμοί, με διαφορά πέντε ημερών, κατέστρεψαν τα σπίτια και ανάγκασαν τους κατοίκους να ξεριζωθούν από τον τόπο τους, διασκορπιζόμενοι στις γύρω περιοχές. Οι μνήμες από εκείνη την καταστροφή παραμένουν ζωντανές, με τους πρώην κατοίκους να προσπαθούν να διατηρήσουν τη σύνδεσή τους με το χωριό.
Το χτύπημα του εγκέλαδου το 1979
Ο εγκέλαδος χτύπησε την περιοχή τον Νοέμβριο του 1979, με δύο σεισμούς άνω των 5 Ρίχτερ να σημειώνονται μέσα σε διάστημα πέντε ημερών. Ένας πρώην κάτοικος της Πέστανης περιέγραψε τη στιγμή του πρώτου χτυπήματος: «Ήταν 7:30 το πρωί και άκουσα ένα βουητό. Είδα το σπίτι να ανοίγει στα δύο». Αυτή η μαρτυρία αποτυπώνει το μέγεθος του τρόμου που βίωσαν οι κάτοικοι.
Οι εφημερίδες της εποχής περιέγραφαν με δραματικό τρόπο την κατάσταση, αναφέροντας πως «το βουνό σχίστηκε» και «ράγισαν τα σπίτια». Οι κάτοικοι των πληγεισών περιοχών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, καθώς πολλά σπίτια γκρεμίστηκαν εντελώς, ενώ άλλα κρίθηκαν ακατάλληλα για να τους στεγάσουν.
Η καταστροφή στην Πέστανη και την Ηγουμενίτσα
Η καταστροφή ήταν εκτεταμένη, επηρεάζοντας όχι μόνο την Πέστανη αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Στην Ηγουμενίτσα, από τα 1600 σπίτια, τα 700 παρουσίασαν σοβαρές ρωγμές, δείχνοντας την ένταση των σεισμικών δονήσεων. Ωστόσο, η Πέστανη δέχτηκε το πιο βαρύ πλήγμα.
Στην Πέστανη, από τα 70 σπίτια του χωριού, τα 10 κατεδαφίστηκαν πλήρως από το πρώτο χτύπημα του εγκέλαδου. Πέντε ημέρες αργότερα, ο δεύτερος σεισμός ήρθε να αποτελειώσει το «έργο» της καταστροφής. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό για την Πέστανη, καθώς το ποσοστό των αστέγων έφτασε το 100%, αφήνοντας όλους τους κατοίκους χωρίς στέγη.
Η οδύσσεια των κατοίκων
Οι πρώην κάτοικοι του χωριού θυμούνται με πόνο τις στιγμές μετά τους σεισμούς. «Τα δευτερόλεπτα μου φάνηκαν ώρες. Άρχισε μια Οδύσσεια για την οικογένειά μου. Μείναμε χωρίς σπίτι. Είχαμε το μωρό. Ήταν Νοέμβριος με κρύο», περιγράφει ένας από αυτούς, τονίζοντας τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούσαν.
Η ζωή στα αντίσκηνα αποτέλεσε τη νέα πραγματικότητα για πολλούς. «6 μήνες μέναμε στα αντίσκηνα. Δεν ήμασταν μόνοι μας, ήταν πολλοί από το χωριό», αναφέρουν οι πρώην κάτοικοι, υπογραμμίζοντας την κοινή μοίρα που τους ένωσε στην ατυχία. Η καταστροφή του χωριού οδήγησε και στον διαχωρισμό των συγγενών, καθώς αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν σε άλλες περιοχές αναζητώντας νέες εστίες.
Η μνήμη ζωντανή και οι προσπάθειες αναβίωσης
Παρά το πέρασμα των ετών, τα μισογκρεμισμένα σπίτια και τα εγκαταλελειμμένα σοκάκια στην Πέστανη εξακολουθούν να θυμίζουν την καταστροφή. Ωστόσο, οι πρώην κάτοικοι διατηρούν ζωντανό το χωριό στη μνήμη τους και κάποιοι έχουν επιστρέψει σε αυτό, προσπαθώντας να το κρατήσουν ενεργό. Συνεχίζουν να πραγματοποιούν εκδηλώσεις, διατηρώντας έτσι τον τόπο ζωντανό.
Υπάρχει η επιθυμία το χωριό να χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός, ώστε να ανοικοδομηθεί με τη βοήθεια του κράτους. Ένας αυτοτελής αγροτικός οικισμός ορίζεται ως μια συγκέντρωση τουλάχιστον δέκα κανονικών κατοικιών, είτε παραδοσιακής είτε σύγχρονης μορφής, γεγονός που θα μπορούσε να δώσει ώθηση στην προσπάθεια αναβίωσης της Πέστανης.
Το όραμα για το μέλλον
Οι προσπάθειες των κατοίκων επικεντρώνονται στην επανασύνδεση και την προσέλκυση των νεότερων γενεών. Όπως είχαν αναφέρει στην εκπομπή «Όπου υπάρχει Ελλάδα», «Στόχος μας είναι να έρθουν οι χωριανοί κοντά και να φέρουμε τους νέους». Αναγνωρίζουν ότι το χωριό δεν θα γίνει ποτέ όπως ήταν, αλλά ελπίζουν ότι «τουλάχιστον όποιος μπορεί να χτίσει το σπίτι του και ένα καφενείο στο χωριό».
Παρά τις δυσκολίες, η ελπίδα παραμένει ζωντανή. «Μπορεί να μην τα καταφέρουμε, αλλά να έρθουν τα παιδιά μας», δηλώνουν οι πρώην κάτοικοι, εκφράζοντας την επιθυμία τους να μεταλαμπαδεύσουν την αγάπη για τον τόπο στις επόμενες γενιές, διατηρώντας έτσι τη σύνδεση με την ιστορία και τις ρίζες τους.
Με πληροφορίες από: Reader