Κοινωνία

Η συνθήκη της Τορδεσίγιας: Πώς μοιράστηκε ο κόσμος πριν καν εξερευνηθεί

Κωνσταντίνα Κοσμά
06-09-26

Στη μικρή καστιλιανή πόλη Τορδεσίγιας, στις 7 Ιουνίου 1494, εκπρόσωποι δύο βασιλείων συγκεντρώθηκαν για να διευθετήσουν ένα ζήτημα που, από τη σημερινή οπτική, φαντάζει σχεδόν παράλογο. Η αποστολή τους ήταν να αποφασίσουν ποιος θα είχε δικαίωμα πάνω σε εδάφη που δεν είχαν ακόμη γνωρίσει, σε θάλασσες που δεν είχαν διασχίσει και σε ηπείρους των οποίων την έκταση αγνοούσαν. Η λύση που υιοθετήθηκε ήταν απλή στη σύλληψή της, αλλά κολοσσιαία στις συνέπειές της, χαράσσοντας μια νοητή γραμμή από τον έναν πόλο στον άλλο.

Η διαίρεση του άγνωστου κόσμου

Η συνθήκη της Τορδεσίγιας αποτυπώνει μια στιγμή όπου η ευρωπαϊκή εξουσία αντιμετώπισε τον πλανήτη ως έναν χώρο που μπορούσε να διαιρεθεί και να αποδοθεί σε κυρίαρχους. Σύμφωνα με τη συμφωνία, ό,τι βρισκόταν ανατολικά της χαραγμένης γραμμής θα ανήκε στην Πορτογαλία, ενώ ό,τι βρισκόταν δυτικά θα περιερχόταν στην Καστίλη.

Αυτή η διαίρεση του κόσμου, βασισμένη σε μια νοητή γραμμή, αποτελούσε μια πρωτοφανή πράξη στην ιστορία των διεθνών σχέσεων, καθορίζοντας τις σφαίρες επιρροής των δύο μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής σε εδάφη που ήταν ακόμη ανεξερεύνητα για τους ίδιους.

Το ιστορικό πλαίσιο και η ανατροπή της ισορροπίας

Η ιδέα της διαίρεσης δεν προέκυψε ξαφνικά. Η Πορτογαλία είχε ήδη οικοδομήσει επί δεκαετίες μια ισχυρή θαλάσσια στρατηγική κατά μήκος των αφρικανικών ακτών. Η Συνθήκη του Αλκάσοβας, που είχε υπογραφεί το 1479, είχε αναγνωρίσει στους Πορτογάλους σημαντικά δικαιώματα στον Ατλαντικό και προς τη Γουινέα, ενώ η Καστίλη διατηρούσε την κυριαρχία στις Κανάριες Νήσους.

Ωστόσο, η παλιά ισορροπία ανατράπηκε με την επιστροφή του Χριστόφορου Κολόμβου από το πρώτο του ταξίδι το 1493. Ο Κολόμβος έφερε την είδηση ότι είχε φτάσει σε άγνωστα νησιά προς δυσμάς, γεγονός που δημιούργησε την ανάγκη για μια νέα κατοχύρωση των διεκδικήσεων των Καθολικών Μοναρχών, Φερδινάνδου και Ισαβέλλας. Τη νομιμοποίηση αυτή την αναζήτησαν στη Ρώμη, εκεί όπου στον ύστερο 15ο αιώνα μπορούσε ακόμη να βρεθεί μια υπέρτατη αρχή.

Η παπική παρέμβαση και η «Inter caetera»

Ο πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ ανταποκρίθηκε στις διεκδικήσεις εκδίδοντας το 1493 μια σειρά από βούλες. Από αυτές, η περίφημη «Inter caetera» χάραζε μια γραμμή εκατό λεύγες δυτικά των Αζορών και του Πράσινου Ακρωτηρίου. Με αυτή τη βούλα, ο πάπας αναγνώριζε στην Καστίλη δικαιώματα στις νέες χώρες προς τα δυτικά, υπό τον όρο ότι αυτές δεν βρίσκονταν ήδη υπό την εξουσία κάποιου χριστιανού ηγεμόνα.

Η διατύπωση αυτής της παπικής βούλας αποκαλύπτει πλήρως την ευρωπαϊκή αντίληψη της εποχής. Οι κοινωνίες που κατοικούσαν ήδη σε εκείνα τα εδάφη δεν συμμετείχαν καθόλου στη συζήτηση, ούτε η κυριαρχία τους αντιμετωπιζόταν ως νομικό εμπόδιο. Ο άγνωστος κόσμος περιγραφόταν απλώς ως «διαθέσιμος χώρος».

Η πορτογαλική αντίδραση και η μετακίνηση της γραμμής

Ο Ιωάννης Β΄ της Πορτογαλίας δεν αποδέχθηκε την παπική ρύθμιση. Η Πορτογαλία είχε προχωρήσει πολύ περισσότερο από την Καστίλη στην εξερεύνηση του Ατλαντικού και των αφρικανικών ακτών και δεν είχε κανένα λόγο να δεχθεί μια παπική γραμμή που περιόριζε σημαντικά τα περιθώρια των εξερευνήσεών της.

Ως εκ τούτου, ακολούθησε απευθείας διαπραγμάτευση μεταξύ του Ιωάννη Β΄ και των Καθολικών Μοναρχών. Το αποτέλεσμα αυτής της διαπραγμάτευσης ήταν η Συνθήκη της Τορδεσίγιας, η οποία προέβλεπε τη μετακίνηση της γραμμής πολύ δυτικότερα, στις 370 λεύγες δυτικά των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου.

Ο πραγματικός ανταγωνισμός ισχύος

Πίσω από τις διαπραγματεύσεις και τις συμφωνίες κρυβόταν ένας πραγματικός ανταγωνισμός ισχύος μεταξύ των δύο βασιλείων. Ο Πορτογάλος θαλασσοπόρος Βαρθολομαίος Ντιάζ είχε ήδη παρακάμψει το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας το 1488, γεγονός που σήμαινε ότι η Λισαβόνα γνώριζε πως ο δρόμος προς τον Ινδικό Ωκεανό ήταν πλέον εφικτός.

Ο Ιωάννης Β΄ είχε ως πρωταρχικό στόχο να προστατεύσει αυτή την επένδυση δεκαετιών σε εξερευνήσεις και θαλάσσιες διαδρομές, διασφαλίζοντας τα πορτογαλικά συμφέροντα στον Ατλαντικό και ανοίγοντας τον δρόμο για την επέκταση προς ανατολάς.

Με πληροφορίες από: Topontiki