Η τριετία 2026-2028 αναμένεται να αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ για τη δημοσιονομική σταθερότητα της Ελλάδας, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ. Ενώ η εικόνα των δημόσιων οικονομικών έχει βελτιωθεί θεαματικά, με πλεονάσματα και ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, τίθεται το ερώτημα της αντοχής της προόδου χωρίς την έκτακτη στήριξη των προηγούμενων ετών. Η μελέτη εστιάζει στις προκλήσεις που θα ανακύψουν όταν αποσυρθούν τα «δεκανίκια» που βοήθησαν την οικονομία, καθώς και στις αυξανόμενες υποχρεώσεις.
Η δημοσιονομική εικόνα και οι αριθμοί
Η εικόνα των δημόσιων οικονομικών της χώρας έχει αλλάξει θεαματικά σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Η Ελλάδα παρουσιάζει πλεονάσματα, ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, έχει πετύχει την επενδυτική βαθμίδα και έχει χαμηλότερο κόστος δανεισμού, συνθέτοντας ένα σαφώς καλύτερο σκηνικό.
Οι αριθμοί, σε πρώτη ανάγνωση, είναι εντυπωσιακοί. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης έφθασε το 2025 στο 4,9% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος υποχώρησε σημαντικά, από το 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025.
Ωστόσο, παρά τη μεγάλη αυτή αποκλιμάκωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για συνεχή επαγρύπνηση.
Η ολοκλήρωση της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης
Μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες είναι ήδη ορατή στον ορίζοντα. Η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) ολοκληρώνεται τον Αύγουστο του 2026. Με την ολοκλήρωση αυτή, αποσύρεται ένας από τους βασικούς κινητήρες που τροφοδότησαν την ανάπτυξη των τελευταίων ετών.
Οι συγκεκριμένοι πόροι εκτιμάται ότι πρόσθεταν περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα ετησίως στην ανάπτυξη της χώρας. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να υποχωρήσουν σημαντικά, δημιουργώντας ένα κενό στην οικονομία.
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν ακόμη 24% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα. Συνεπώς, το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία είναι ποιος θα καλύψει αυτό το κενό όταν σταματήσει η ροή των δισεκατομμυρίων του RRF.
Οι προκλήσεις της δημοσιονομικής πολιτικής
Ένα δεύτερο «καμπανάκι» αφορά τη δημοσιονομική πολιτική που ακολουθείται. Το νέο πακέτο παρεμβάσεων για την περίοδο 2026-2027 υπολογίζεται ότι θα κοστίσει 0,6% του ΑΕΠ φέτος και 0,8% το 2027. Αυτές οι παρεμβάσεις προσθέτουν νέες υποχρεώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό.
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παγίδες για τα δημόσια οικονομικά. Οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις αποτελούν μόνιμες υποχρεώσεις του προϋπολογισμού. Εάν, όμως, αυτές οι αυξήσεις χρηματοδοτούνται από έσοδα που ενισχύθηκαν λόγω υψηλού πληθωρισμού και ισχυρής ονομαστικής ανάπτυξης, η εξίσωση μπορεί να γίνει πολύ δυσκολότερη όταν η συγκυρία αλλάξει και οι συνθήκες αυτές πάψουν να υφίστανται.
Ο ρόλος του πληθωρισμού στην αποκλιμάκωση του χρέους
Ένα σημαντικό μέρος της εντυπωσιακής μείωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ οφείλεται ακριβώς στον υψηλό πληθωρισμό και την ονομαστική ανάπτυξη. Αυτό σημαίνει ότι η αποκλιμάκωση του χρέους δεν προέκυψε αποκλειστικά από τη δημοσιονομική προσαρμογή.
Η εξάρτηση από αυτούς τους παράγοντες εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα της μείωσης του χρέους σε περίπτωση αλλαγής των μακροοικονομικών συνθηκών, καθιστώντας την τριετία 2026-2028 μια περίοδο κρίσιμων αποφάσεων και προσαρμογών για την ελληνική οικονομία.
Με πληροφορίες από: Topontiki