Το Αιγαίο περνά σταδιακά σε μια νέα εποχή αεροπορικής αντιπαράθεσης, καθώς η Τουρκία μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της πίεσης από τα επανδρωμένα μαχητικά στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV). Δεν είναι πλέον μόνο τα τουρκικά F-16 που απασχολούν καθημερινά την ελληνική αεράμυνα, αλλά και ένας ολοένα μεγαλύτερος αριθμός drones, τα οποία επιχειρούν σε αποστολές επιτήρησης. Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί ένα νέο επιχειρησιακό και οικονομικό δίλημμα για την Αθήνα.
Η νέα εποχή της αεροπορικής αντιπαράθεσης στο Αιγαίο
Η Τουρκία αυξάνει τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών στο Αιγαίο, από τα Bayraktar και τα ANKA έως τα μεγαλύτερα Aksungur. Τα drones αυτά καταγράφονται σε περιστατικά παραβιάσεων και παραβάσεων, μετατρέποντάς τα σε ένα από τα βασικά εργαλεία της τουρκικής στρατηγικής πίεσης.
Ο νέος αυτός «παίκτης» στον αέρα δεν είναι μαχητικό αεροσκάφος και δεν έχει πιλότο. Μπορεί να επιχειρεί για μεγάλο χρονικό διάστημα με πολύ μικρότερο κόστος, κάτι που αλλάζει την οικονομία της αντιπαράθεσης στην περιοχή.
Περιστατικά παραβιάσεων και παραβάσεων
Η εικόνα του Αυγούστου είναι χαρακτηριστική της αυξημένης δραστηριότητας των τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Στις 18 Αυγούστου, τουρκικά αεροσκάφη και drones πραγματοποίησαν συνολικά 25 παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου. Από αυτές, οι 17 αποδόθηκαν σε UAV, ενώ ταυτόχρονα επτά F-16 και ένα αεροσκάφος ναυτικής συνεργασίας συμμετείχαν στην τουρκική δραστηριότητα. Σε μία από τις αναχαιτίσεις που έλαβαν χώρα εκείνη την ημέρα, σημειώθηκε και εικονική αερομαχία μεταξύ ελληνικού και τουρκικού μαχητικού.
Λίγες ημέρες αργότερα, συγκεκριμένα στις 24 Αυγούστου, καταγράφηκαν έξι τουρκικά UAV να επιχειρούν στο βορειοανατολικό, κεντρικό και νοτιοανατολικό Αιγαίο. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη προκάλεσαν οκτώ παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και εννέα παραβάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας στο FIR Αθηνών. Τα drones εντοπίστηκαν και αναχαιτίστηκαν σύμφωνα με την πάγια διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις.
Το οικονομικό βάρος της τουρκικής στρατηγικής
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αλλάζει την οικονομία της αντιπαράθεσης στο Αιγαίο. Η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να στέλνει ένα σχετικά χαμηλού κόστους UAV για επιτήρηση, συλλογή πληροφοριών και διατήρηση παρουσίας στον εναέριο χώρο. Αυτό συμβαίνει γνωρίζοντας ότι η ελληνική πλευρά είναι υποχρεωμένη να διαθέσει μέσα για τον εντοπισμό, την αναγνώριση και την αναχαίτισή του.
Ελληνικές εκτιμήσεις ανεβάζουν το κόστος μιας ώρας πτήσης ενός F-16 περίπου στις 20.000 ευρώ, ενώ η επιχειρησιακή χρήση ενός Bayraktar εκτιμάται σημαντικά χαμηλότερα. Πρόκειται για εκτιμήσεις και όχι επίσημα στοιχεία κόστους, αλλά αναδεικνύουν ένα βασικό πρόβλημα: μια φθηνή τουρκική κίνηση μπορεί να απαιτεί μια ακριβή ελληνική αντίδραση, δημιουργώντας ένα σημαντικό οικονομικό βάρος για την Αθήνα.
Η τουρκική «οικογένεια» μη επανδρωμένων συστημάτων και η ελληνική απάντηση
Η Τουρκία διαθέτει πλέον μια ολόκληρη οικογένεια μη επανδρωμένων συστημάτων. Το Bayraktar TB2 αποτελεί την πιο αναγνωρίσιμη πλατφόρμα, ενώ τα ANKA-S και Aksungur προσφέρουν διαφορετικές δυνατότητες επιτήρησης και επιχειρησιακής παραμονής στον αέρα. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, απαντά με F-16, αλλά ταυτόχρονα επενδύει σε ένα διαφορετικό μοντέλο άμυνας.
Η ελληνική στρατηγική περιλαμβάνει την ανάπτυξη πολυεπίπεδης αεράμυνας και αντι-drone τεχνολογίας. Ωστόσο, η συγκεκριμένη τεχνολογία κοστίζει πολύ περισσότερο, προσθέτοντας στην πολυπλοκότητα του διλήμματος που αντιμετωπίζει η Αθήνα έναντι της αυξημένης τουρκικής χρήσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Με πληροφορίες από: Topontiki