Κοινωνία

Οι παθολόγοι ζητούν άρση των περιορισμών στη συνταγογράφηση της TSH

Κωνσταντίνα Κοσμά
28-08-26

Την έντονη αντίθεσή της και τη σοβαρή ανησυχία της για τους περιορισμούς στη συνταγογράφηση της εξέτασης της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) εκφράζει η Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος. Η θέση αυτή είναι σε ευθυγράμμιση με την Ελληνική Εταιρεία Εσωτερικής Παθολογίας, καθώς οι δύο θεσμικοί φορείς της Παθολογίας ζητούν από το υπουργείο Υγείας και τον ΕΟΠΥΥ την άμεση ανάκληση ή ουσιαστική τροποποίηση της σχετικής ρύθμισης. Παράλληλα, ζητούν την έναρξη θεσμικού διαλόγου με τους αρμόδιους επιστημονικούς φορείς.

Η νέα οδηγία του ΕΟΠΥΥ και οι περιορισμοί

Σύμφωνα με πρόσφατη οδηγία του ΕΟΠΥΥ, η εξέταση TSH μπορεί να συνταγογραφείται έως δύο φορές ετησίως. Η οδηγία αυτή προβλέπει συγκεκριμένες εξαιρέσεις για περιπτώσεις που απαιτείται συχνότερος έλεγχος, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζονται περαιτέρω οι εξαιρέσεις αυτές.

Ένας βασικός περιορισμός της νέας ρύθμισης είναι ότι η δεύτερη συνταγογράφηση της TSH εντός του ίδιου έτους μπορεί να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά από ιατρό ειδικότητας Ενδοκρινολογίας. Αυτό σημαίνει ότι οι παθολόγοι δεν έχουν τη δυνατότητα να επαναλάβουν τη συνταγογράφηση της εξέτασης μέσα στο ίδιο έτος.

Η αμφισβήτηση του ρόλου των παθολόγων

Η Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν αποτελεί απλώς έναν τεχνικό ή διοικητικό περιορισμό στη συνταγογράφηση μιας εργαστηριακής εξέτασης. Αντιθέτως, στην πράξη αμφισβητεί και αφαιρεί παράνομα τον θεσμικά κατοχυρωμένο επιστημονικό και κλινικό ρόλο του ειδικού Εσωτερικής Παθολογίας.

Ο ρόλος αυτός αφορά τη διάγνωση, τη θεραπεία και την παρακολούθηση νοσημάτων, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του γνωστικού αντικειμένου και της εκπαίδευσης της ειδικότητας των παθολόγων. Η Ένωση τονίζει ότι η ρύθμιση αυτή πλήττει τον πυρήνα της ιατρικής τους πρακτικής.

Επιπτώσεις στην κλινική πράξη και τους ασθενείς

Στην καθημερινή κλινική πράξη, ένας μεγάλος αριθμός ασθενών με συνήθη νοσήματα του θυρεοειδούς παρακολουθείται επί σειρά ετών από ειδικούς Παθολόγους. Η παραπομπή στον Ενδοκρινολόγο πραγματοποιείται, όπως είναι επιστημονικά ορθό, όταν προκύπτουν σύνθετα διαγνωστικά ή θεραπευτικά ζητήματα, δυσκολία στη ρύθμιση της νόσου, ή συνύπαρξη ειδικότερων ενδοκρινολογικών προβλημάτων.

Η υποχρεωτική παραπομπή στον Ενδοκρινολόγο, αποκλειστικά και μόνο για τη δυνατότητα επαναληπτικής συνταγογράφησης μιας βασικής εργαστηριακής εξέτασης, δεν εξυπηρετεί κάποια προφανή επιστημονική ή κλινική αναγκαιότητα. Αυτή η πρακτική, σύμφωνα με τους παθολόγους, δεν βασίζεται σε επιστημονικά κριτήρια.

Προβλήματα στη φροντίδα και οικονομική επιβάρυνση

Αντιθέτως, η εν λόγω ρύθμιση δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στη συνέχεια της φροντίδας των ασθενών. Αυξάνει τις μη αναγκαίες παραπομπές σε άλλες ειδικότητες, προκαλεί καθυστερήσεις στην ιατρική παρακολούθηση και επιφέρει πρόσθετη ταλαιπωρία στους ασθενείς.

Επιπλέον, η υποχρεωτική παραπομπή συνεπάγεται και οικονομική επιβάρυνση τόσο για τους ασθενείς όσο και για το σύνολο του συστήματος υγείας. Το πρόβλημα αυτό είναι ακόμη εντονότερο σε νησιωτικές, ορεινές, απομακρυσμένες και γενικότερα υποστελεχωμένες περιοχές της χώρας, όπου η πρόσβαση σε ενδοκρινολόγους είναι περιορισμένη.

Ανησυχητικό προηγούμενο για την ιατρική κοινότητα

Η Επαγγελματική Ένωση Παθολόγων Ελλάδος θεωρεί ότι η συγκεκριμένη απόφαση δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό προηγούμενο για το μέλλον της ιατρικής πρακτικής. Φοβούνται ότι αντίστοιχοι περιορισμοί στη δυνατότητα συνταγογράφησης διαγνωστικών εξετάσεων ή φαρμακευτικών θεραπειών από ειδικούς Παθολόγους μπορεί να επεκταθούν.

Τέτοιοι περιορισμοί, εάν δεν συνοδεύονται από επαρκή επιστημονική και εκπαιδευτική τεκμηρίωση, μπορούν να οδηγήσουν σε επικίνδυνο κατακερματισμό του γνωστικού αντικειμένου της Εσωτερικής Παθολογίας και να προκαλέσουν συστηματικά προβλήματα στην ολιστική αντιμετώπιση των ασθενών.

Με πληροφορίες από: Topontiki