Στο αρχαιολογικό μουσείο του Πειραιά, μια αρχαία επιγραφή φέρνει στο φως τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της πόλης κατά τον 1ο αιώνα π.Χ. Το εύρημα αυτό, που χρονολογείται πριν από 2.100 χρόνια, λειτουργούσε ως ένας επίσημος τιμοκατάλογος για τα προϊόντα των εφθοπωλείων, καταστημάτων που θυμίζουν τα σύγχρονα πατσατζίδικα. Μέσα από τις χαραγμένες λέξεις, αποκαλύπτεται η ιδιαίτερη αγάπη των αρχαίων Πειραιωτών για εδέσματα που αποτελούν τη βάση του σημερινού πατσά, όπως τα ποδαράκια, η κοιλιά και οι πνεύμονες.
Η αγορανομική επιγραφή και ο ρόλος του Αισχύλου
Η επιγραφή, η οποία εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο του Πειραιά, μπορεί να χαρακτηριστεί ως αγορανομική για την εποχή της. Ουσιαστικά, αποτελούσε έναν επίσημο τιμοκατάλογο, ο οποίος καθόριζε τις τιμές πώλησης για τα προϊόντα που διατίθεντο στα εφθοπωλεία. Τα καταστήματα αυτά είχαν παρόμοια λειτουργία με τα σημερινά πατσατζίδικα, προσφέροντας στους κατοίκους της πόλης συγκεκριμένα είδη κρέατος.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιγραφής, ο αγορανόμος Αισχύλος, γιος του Αισχύλου, από το χωριό της Ερμείας, ήταν αυτός που κλήθηκε να καθορίσει τις ανώτατες τιμές πώλησης για κάθε προϊόν κρέατος. Η φράση «ΕΠΙ ...ΕΝΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΕΡΜΕΙΟΣ ΑΓΟΡΑΝΟΜΗΣΑΣ ΤΟΥΣ ΛΙΘΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΖΥΓΟΣΤΣΙΝ ΑΝΕΘΗΚΕΝ [ΚΑΤΕΠΙ]ΤΑΓΗΝ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ...» υπογραμμίζει τον επίσημο χαρακτήρα της ενέργειας και τη συμμόρφωση με τον νόμο της εποχής.
Οι διατροφικές προτιμήσεις των αρχαίων Πειραιωτών
Η επιγραφή παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων του Πειραιά τον 1ο αιώνα π.Χ. Καταγράφει συγκεκριμένα είδη κρέατος και τις αντίστοιχες τιμές τους, χρησιμοποιώντας ως μονάδα βάρους τη μνά, η οποία αντιστοιχούσε σε περίπου 430 γραμμάρια. Μεταξύ των προϊόντων που αναφέρονται είναι τα ποδαράκια, η κοιλιά, οι πνεύμονες, το συκώτι, καθώς και κομμάτια από μοσχαρίσιο και χοιρινό κρέας.
Από τα στοιχεία της επιγραφής, γίνεται σαφές ότι η κοιλιά και η μήτρα των ζώων θεωρούνταν αρκετά δημοφιλείς μεζέδες της εποχής. Το ίδιο ίσχυε και για το συκώτι, τα ποδαράκια, το μοσχαρίσιο και το χοιρινό κρέας, καθώς και για τους πνεύμονες. Όλα αυτά τα μέρη συνέθεταν αυτό που σήμερα θα περιγράφαμε ως «αρχαίο πατσά», δείχνοντας πως οι αρχαίοι Πειραιώτες αγαπούσαν πολύ αυτό το έδεσμα.
Ο τιμοκατάλογος και η αξιοποίηση των προϊόντων
Ο επίσημος τιμοκατάλογος της επιγραφής περιλαμβάνει συγκεκριμένες αναφορές σε προϊόντα και τις τιμές τους. Για παράδειγμα, αναφέρονται «ΥΕΙΩΝ ΠΟΔΩΝ ΔΥΟ», «ΚΟΙΛΙΑΣ ΜΗΤΡΑΣ Η ΜΝΑ», «ΗΠΑΤΙΟΥ Η ΜΝΑ», «ΠΛΕΥΜΟΝΙΟΥ Η ΜΝΑ» και «ΕΞΗΜΙΣΟΥΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ ΤΟ ΤΡΙΤΟΝ». Επίσης, γίνονται αναφορές σε «ΕΝΚΕΦΑΛΟΝ ΑΙΓΕΙΩ[Ν] ΠΟΔΩΝ ΤΕΤΤΑΡΩΝ» και «ΕΝΚΕΦΑΛΟΝ ΚΕΦΑΛΗΣ ΜΗΤΡΑΣ», υποδεικνύοντας την ποικιλία των διαθέσιμων μεζέδων.
Μια σημαντική πτυχή της αγορανομικής ρύθμισης ήταν ότι κανένα κομμάτι κρέατος δεν πήγαινε χαμένο. Όποιο κομμάτι κρινόταν πως δεν ήταν καλής ποιότητας, πωλούνταν στη μισή τιμή. Αυτή η πρακτική διασφάλιζε την πλήρη αξιοποίηση των ζώων και την προσφορά προϊόντων σε διαφορετικές τιμές, καλύπτοντας πιθανώς τις ανάγκες όλων των κοινωνικών στρωμάτων.
Η καταστροφή και η επαναχάραξη της επιγραφής
Η ιστορία της επιγραφής δεν ήταν απρόσκοπτη, καθώς υπέστη καταστροφές κατά τη διάρκεια σημαντικών ιστορικών γεγονότων. Συγκεκριμένα, το 86 π.Χ., η επιγραφή καταστράφηκε όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας κατέλαβε τον Πειραιά, γεγονός που επηρέασε την κανονικότητα της αγοράς.
Ωστόσο, μόλις τρία χρόνια αργότερα, το 83 π.Χ., η επιγραφή χαράχθηκε εκ νέου από τον αγορανόμο της πόλης. Αυτή η ενέργεια ήταν καθοριστική για να συνεχίσει να ισχύει ο επίσημος κατάλογος τιμών, επαναφέροντας έτσι την κανονικότητα στις εμπορικές συναλλαγές και διασφαλίζοντας τη ρύθμιση της αγοράς κρέατος στον Πειραιά.
Με πληροφορίες από: Gazzetta, Reader