Η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα έχει υποστεί σημαντικές μεταρρυθμίσεις κατά την τελευταία δεκαετία, μια περίοδο που εκτείνεται από το 2016 έως και σήμερα. Οι συνεχείς αυξομειώσεις στις βάσεις εισαγωγής δεν αποτελούν απλώς μια ένδειξη του βαθμού δυσκολίας των θεμάτων των Πανελλαδικών Εξετάσεων κάθε χρονιάς. Αντιθέτως, οι μεταβολές αυτές αντικατοπτρίζουν ένα ευρύτερο πλέγμα δομικών αλλαγών στο νομοθετικό πλαίσιο, την αναδιάταξη του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας και την εισαγωγή νέων φίλτρων αξιολόγησης για τους υποψηφίους.
Το σύστημα εισαγωγής πριν το 2021
Μέχρι και το έτος 2020, το σύστημα εισαγωγής στα ελληνικά Πανεπιστήμια λειτουργούσε με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Η εισαγωγή των υποψηφίων καθοριζόταν αποκλειστικά από τον συνολικό αριθμό των μορίων που είχαν συγκεντρώσει στις εξετάσεις, τη σειρά προτίμησης που είχαν δηλώσει στο μηχανογραφικό τους δελτίο, καθώς και τον αριθμό των εισακτέων που είχε οριστεί για κάθε τμήμα.
Αυτό το πλαίσιο επέτρεπε την εισαγωγή υποψηφίων ακόμη και με εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις. Συγκεκριμένα, ήταν εφικτή η εισαγωγή σε περιφερειακά τμήματα με χαμηλή ζήτηση, ακόμα και για υποψηφίους που είχαν συγκεντρώσει βαθμολογίες κάτω από 5 ή ακόμα και 2 στα 20. Το φαινόμενο αυτό οδήγησε στην εμφάνιση των λεγόμενων «τμημάτων του 1», όπου η πρόσβαση ήταν εφικτή με ελάχιστα μόρια.
Η θεσμοθέτηση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής
Η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά με την εφαρμογή του νόμου 4777/2021. Με αυτόν τον νόμο, θεσμοθετήθηκε ένα νέο κριτήριο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, γνωστή και ως ΕΒΕ. Η ΕΒΕ αποτελεί ένα σημαντικό φίλτρο αξιολόγησης, το οποίο επηρεάζει άμεσα τις προϋποθέσεις εισαγωγής στα πανεπιστημιακά ιδρύματα.
Ο τρόπος υπολογισμού της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής βασίζεται σε ένα ποσοστό, το οποίο κυμαίνεται από 0,80 έως 1,20. Το ποσοστό αυτό εφαρμόζεται στον μέσο όρο των επιδόσεων όλων των υποψηφίων που ανήκουν σε κάθε συγκεκριμένο Επιστημονικό Πεδίο. Με αυτόν τον τρόπο, καθορίζεται ένα κατώτερο όριο βαθμολογίας, κάτω από το οποίο δεν είναι δυνατή η εισαγωγή σε κανένα τμήμα, ανεξάρτητα από τη ζήτηση ή τον αριθμό των εισακτέων.
Οι παράγοντες που διαμόρφωσαν τις βάσεις
Οι αυξομειώσεις στις βάσεις εισαγωγής, όπως αυτές καταγράφηκαν τα τελευταία χρόνια, δεν αποτελούν απλώς μια ένδειξη του επιπέδου δυσκολίας των εξεταζόμενων θεμάτων σε κάθε ακαδημαϊκή χρονιά. Αντιθέτως, οι μεταβολές αυτές αντικατοπτρίζουν ένα ευρύτερο πλέγμα δομικών αλλαγών που έλαβαν χώρα στο νομοθετικό πλαίσιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτές οι αλλαγές είχαν ως στόχο την αναμόρφωση του τρόπου πρόσβασης στα πανεπιστήμια.
Παράλληλα, οι βάσεις εισαγωγής αποτυπώνουν την αναδιάταξη του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας, η οποία περιλάμβανε συγχωνεύσεις, καταργήσεις ή δημιουργία νέων τμημάτων. Η εισαγωγή νέων φίλτρων αξιολόγησης, όπως η ΕΒΕ, συνέβαλε επίσης καθοριστικά στη διαμόρφωση των βάσεων, θέτοντας αυστηρότερα ακαδημαϊκά κριτήρια για την είσοδο στην ανώτατη εκπαίδευση.
Η συνολική μετάβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
Η εξέλιξη του συστήματος εισαγωγής από το 2016 έως και σήμερα αναδεικνύει μια σαφή μετάβαση από ένα μοντέλο που επέτρεπε την ελεύθερη συμπλήρωση του μηχανογραφικού δελτίου, σε ένα πιο αυστηρό πλαίσιο. Το παλαιότερο σύστημα χαρακτηριζόταν από μεγαλύτερη ευελιξία, επιτρέποντας την εισαγωγή σε τμήματα ακόμη και με πολύ χαμηλές βαθμολογίες, ειδικά σε περιπτώσεις τμημάτων με περιορισμένη ζήτηση.
Το σημερινό μοντέλο, με την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής και άλλων κριτηρίων, έχει ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση αυστηρότερων ακαδημαϊκών προϋποθέσεων. Αυτή η μετάβαση σηματοδοτεί μια αλλαγή φιλοσοφίας στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εστιάζοντας περισσότερο στις ακαδημαϊκές επιδόσεις των υποψηφίων και στην ενίσχυση του επιπέδου των εισακτέων.
Πηγή: alfavita.gr