Κοινωνία

«Μπλόκο» από το ΣτΕ στην τακτοποίηση αυθαιρέτων με ακυρωμένες άδειες

Κωνσταντίνα Κοσμά
17-08-26

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έθεσε «μπλόκο» στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων, των οποίων η οικοδομική άδεια είχε ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας, με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, έκρινε αντισυνταγματικές συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου 4495/2017. Οι εν λόγω διατάξεις επέτρεπαν την τακτοποίηση αυτών των αυθαιρέτων, ακόμη και όταν η άδειά τους είχε κριθεί παράνομη από δικαστήριο.

Το «μπλόκο» του ΣτΕ και οι αντισυνταγματικές διατάξεις

Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017. Οι διατάξεις αυτές επέτρεπαν την τακτοποίηση αυθαιρέτων, των οποίων η οικοδομική άδεια είχε ακυρωθεί λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος. Η δυνατότητα τακτοποίησης δινόταν υπό την προϋπόθεση ότι ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία κατά την έκδοση της άδειας.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ ασχολήθηκε με το ζήτημα της συνταγματικότητας των συγκεκριμένων διατάξεων, βάζοντας ουσιαστικά φρένο σε αυτές τις ρυθμίσεις. Στις αποφάσεις αυτές, Πρόεδρος ήταν ο Μ. Πικραμένος και Εισηγητής ο Χρ. Παπανικολάου, Σύμβουλος Επικρατείας.

Η αποδυνάμωση των δικαστικών αποφάσεων

Οι Σύμβουλοι της Επικρατείας έκριναν ότι οι διατάξεις του νόμου του 2017 είναι αντισυνταγματικές ως προς δύο βασικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά την επιλογή του συστήματος αυτόματης υπαγωγής των συγκεκριμένων αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί, καθώς αίρεται η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς αυτές.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι οι επίμαχες διατάξεις για την τακτοποίηση των αυθαιρέτων επιτρέπουν τη διατήρηση των κτηρίων με τα χαρακτηριστικά που προέβλεπαν οι οικοδομικές άδειες που έχουν ακυρωθεί δικαστικά, χωρίς αυτό να είναι αποτέλεσμα νέας οικοδομικής άδειας ή άλλης πράξης. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι ελεγχόμενες διατάξεις του ν. 4495/2017 προσκρούουν στις διατάξεις του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Προηγούμενη νομολογία και «κόκκινες γραμμές»

Το Δικαστήριο, στις πρώτες σκέψεις των αποφάσεων 1182 και 1183/2026, υπενθύμισε τη νομολογία του περί αυθαιρέτων. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στις αποφάσεις της Ολομέλειας 3500/2009 και 3921/2010. Με αυτές τις αποφάσεις είχε κριθεί ότι διατάξεις με τις οποίες επιχειρήθηκε να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση νέες αυθαίρετες οικοδομές, οι οποίες είχαν συντελεστεί μετά την 31.1.1983, αντίκεινται στο άρθρο 24 του Συντάγματος.

Η ημερομηνία της 31.1.1983 είχε τεθεί ως η αρχική «κόκκινη γραμμή» από τον νόμο 1337/1983. Μεταξύ των αυθαιρέτων που αφορούσαν οι τότε αποφάσεις ήταν και εκείνα που ανεγέρθηκαν από καλόπιστους διοικουμένους δυνάμει οικοδομικής άδειας, η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με δικαστική απόφαση. Το ΣτΕ είχε κρίνει ότι τέτοιες ρυθμίσεις οδηγούσαν στη νόθευση του πολεοδομικού σχεδιασμού, καθώς οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης αναφέρονταν αυτοτελώς σε κάθε εξεταζόμενο κτίσμα, χωρίς να εκτιμάται η συνολική επιβάρυνση της περιοχής από την τυχόν εφαρμογή του μέτρου σε άλλες περιπτώσεις νέων αυθαιρέτων.

Η συνέπεια στην εφαρμογή του άρθρου 24 του Συντάγματος

Περαιτέρω, η νομολογία του Δικαστηρίου συνέχισε να εφαρμόζεται με συνέπεια. Με τις αποφάσεις 3341/2013, 1118/2014 και 1119/2014 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις του νόμου 4014/2011, οι οποίες αφορούσαν την τακτοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων της νέας «κόκκινης γραμμής» της 28.7.2011, ήταν επίσης αντισυνταγματικές.

Αυτές οι ρυθμίσεις, όπως και οι προηγούμενες, προέβλεπαν μία αυτόματη διαδικασία τακτοποίησης αυθαιρέτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανεγέρθηκαν από καλόπιστους ιδιοκτήτες και κατέστησαν αυθαίρετα λόγω ακύρωσης της οικοδομικής τους άδειας. Το ΣτΕ, διατηρώντας τη σταθερή του θέση, υπογράμμισε ότι τέτοιες διατάξεις αντίκεινται στην προστασία του περιβάλλοντος και του πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος.

Πηγή: Enikos