Τετάρτη. Ώρα δύο το μεσημέρι. Ένα κύμα ανθρώπων διαδηλώνει ειρηνικά στην οδό Σταδίου, όταν ξαφνικά ξεσπά πανικός. Μια μικρή ομάδα κουκουλοφόρων ξεστρατίζει από το πλήθος σε μια επιχείρηση δολοφονίας.
Σπάνε την τζαμαρία της τράπεζας MARFIN επί της οδού Σταδίου και ρίχνουν μέσα βόμβες μολότοφ. Η τράπεζα πιάνει αμέσως φωτιά. Μαύροι καπνοί γεμίζουν τον τόπο. Η Αγγελική μαζί με τους συναδέλφους της προσπαθεί να βγει σε κάποιο παράθυρο, να πάρει μια ανάσα, την ανάσα της σωτηρίας.
Είναι άτυχη. Ένα βήμα πριν βγει στο παράθυρο, αφήνει την τελευταία της πνοή. Μαζί της χάνετε και η ελπίδα. Το αγέννητο μωρό της. Το αγοράκι της που καταδικάστηκε εις θάνατον, από αυτόκλητους, κουκουλοφόρους τιμωρούς.
Οι γονείς της την είχαν συμβουλέψει να μην πάει στη δουλειά. Το προαίσθημα της μάνας ήταν άσχημο. Εκείνη τους καθησύχαζε, όμως η πραγματικότητα ήταν τραγική.
Ο Χρήστος, ο σύζυγός της βρίσκεται έξω από την τράπεζα και σοκαρισμένος προσπαθεί να μάθει τι συμβαίνει στη γυναίκα του και το παιδί του. Έχει στο χέρι του ένα κινητό και ελπίζει να ακούσει τη φωνή της Αγγελικής. Δεν τον χωρά ο τόπος, δεν σταματά να ρωτά, ψάχνει παντού τη γυναίκα του.
Το ένστικτο της μάνας της Αγγελικής την οδηγεί έξω από την τράπεζα. Μαυροφορεμένη, κλαίει με λυγμούς, ζητά να δει το παιδί της, ζητά απαντήσεις για την εν ψυχρώ δολοφονία του αγγέλου της και του εγγονιού της.
Οι γείτονες της Αγγελικής στο Αίγιο είναι συγκλονισμένοι. Δεν μπορεί να χωρέσει ο νους τους το μέγεθος της τραγωδίας. Όλοι μιλούν για ένα υπέροχο κορίτσι, ευτυχισμένο, που περίμενε να έρθει στον κόσμο το αγοράκι της.
Αυτόν τον άγγελο όμως κάποιοι δειλοί, κρυμμένοι πίσω από κουκούλες, τον δολοφόνησαν. Αυτοί οι κουκουλοφόροι δολοφόνησαν την ελπίδα, καταδίκασαν αθώους στο θάνατο και στον εσαεί θρήνο.
Ο σύζυγος της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου συγκλονίζει. Bίντεο