Πολιτική

Ενδιάμεσες εκλογές 2026: Ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμέτωπος με τον κίνδυνο διπλής ήττας στο Κογκρέσο

Newsroom
02-11-26

Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026, οι οποίες διεξάγονται την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, σηματοδοτούν την πρώτη σημαντική εκλογική αναμέτρηση για τον Ντόναλντ Τραμπ μετά την επάνοδό του στην προεδρία. Το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών θα κρίνει ποιο κόμμα θα έχει τον έλεγχο του Κογκρέσου για τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης θητείας του. Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να έχουν ένα πλεονέκτημα στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ η μάχη για τη Γερουσία παραμένει αμφίρροπη, με επτά πολιτείες να βρίσκονται στο επίκεντρο των τελευταίων δημοσκοπήσεων. Το πολιτικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από την χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ και τις ανησυχίες των ψηφοφόρων για το κόστος ζωής και τον πόλεμο με το Ιράν.

Το διακύβευμα των ενδιάμεσων εκλογών

Το διακύβευμα των ενδιάμεσων εκλογών του 2026 ξεπερνά κατά πολύ την απλή ανανέωση των κοινοβουλευτικών εδρών. Εάν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να αποκτήσουν την πλειοψηφία έστω και σε μία από τις δύο νομοθετικές αίθουσες, ο Ρεπουμπλικανός Πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με σοβαρότερα εμπόδια στην προώθηση της πολιτικής του ατζέντας. Αντίθετα, η διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς θα του προσφέρει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων και ευελιξίας.

Οι ενδιάμεσες εκλογές, γνωστές και ως midterms, πραγματοποιούνται παραδοσιακά δύο χρόνια μετά τις προεδρικές εκλογές. Σε αυτή την αναμέτρηση, ανανεώνονται και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ διεξάγονται εκλογές για περίπου το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας. Η έκβαση αυτών των εκλογών θεωρείται επίσης κρίσιμη για τη διαμόρφωση των συσχετισμών ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.

Η τρέχουσα σύνθεση και οι στόχοι των κομμάτων

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν επί του παρόντος μια οριακή πλειοψηφία. Σύμφωνα με την αποτύπωση του Reuters τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, οι έδρες κατανέμονται σε 218 Ρεπουμπλικανούς και 214 Δημοκρατικούς, με τρεις κενές θέσεις. Για να ανατρέψουν τους σημερινούς συσχετισμούς και να αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται ένα καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών.

Αντίστοιχα, στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικανοί κατέχουν 53 έδρες, έναντι 47 που κατέχουν οι Δημοκρατικοί και οι ανεξάρτητοι γερουσιαστές που συνεργάζονται μαζί τους. Και σε αυτή την περίπτωση, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται ένα καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία. Ωστόσο, η ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων θεωρείται πιθανότερη από την ανατροπή των συσχετισμών στη Γερουσία, καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα θα πρέπει να κερδίσει έδρες σε πολιτείες που είχαν στηρίξει με μεγάλη διαφορά τον Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Οι δημοσκοπήσεις και η δημοτικότητα του προέδρου

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις υποδεικνύουν ένα δύσκολο τοπίο για τους Ρεπουμπλικανούς. Η μεγάλη δημοσκόπηση των New York Times και του Πανεπιστημίου Siena, που δημοσιεύθηκε την Κυριακή 1 Νοεμβρίου, κατέγραψε προβάδισμα των Δημοκρατικών υποψηφίων και στις επτά κρίσιμες πολιτείες που εξετάστηκαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Μίσιγκαν, όπου ο Δημοκρατικός Αμπντούλ Ελ-Σάγεντ καταγράφει 53%, έναντι 42% του Ρεπουμπλικανού Μάικ Ρ.

Παράλληλα, ο πολιτικός αναλυτής Henry Olsen, σε εκλογική ανάλυση που δημοσιεύθηκε στην Washington Post, παρουσιάζει την εκτίμησή του για σημαντικές απώλειες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, προβλέποντας πιθανή απώλεια του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου. Ο Olsen εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να καταγράψουν σημαντική νίκη στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κερδίζοντας περίπου 20 επιπλέον έδρες, ενώ παράλληλα θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την πλειοψηγία στη Γερουσία. Ο ίδιος αναλυτής επισημαίνει ότι οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ιδιαίτερα χαμηλή δημοτικότητα για τον Αμερικανό πρόεδρο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Washington Post, το ποσοστό αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ μεταξύ των εγγεγραμμένων και πιθανών ψηφοφόρων βρίσκεται στο 38,8%. Αυτό αποτελεί το χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής που έχει καταγραφεί για πρόεδρο των ΗΠΑ λίγο πριν από ενδιάμεσες εκλογές. Η χαμηλή δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ, η δυσαρέσκεια σημαντικού μέρους της αμερικανικής κοινής γνώμης και οι τάσεις που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις δημιουργούν ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον για τους Ρεπουμπλικανούς.

Τα σενάρια για την επόμενη διετία

Η έκβαση των εκλογών θα διαμορφώσει σημαντικά το πολιτικό σκηνικό στην Ουάσινγκτον. Ένα από τα βασικά σενάρια προβλέπει ότι οι Δημοκρατικοί θα κερδίσουν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Σε αυτή την περίπτωση, οι Δημοκρατικοί θα έχουν τη δυνατότητα να ξεκινήσουν έρευνες για τον Τραμπ και την κυβέρνησή του μέσω κλητεύσεων και ακροάσεων, ωστόσο δεν θα είναι σε θέση να αλλάξουν ουσιαστικά την πολιτική που ασκείται, καθώς ο Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα του βέτο και ευρείες εκτελεστικές εξουσίες. Αναλυτές αναμένουν μια σύγκρουση σχετικά με το όριο του δημόσιου χρέους ως το καλοκαίρι, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει αναστάτωση στις αγορές και ανησυχία στους επενδυτές. Ο Τραμπ, ο οποίος έχει παρακάμψει επανειλημμένα το Κογκρέσο τα δύο πρώτα χρόνια της δεύτερης θητείας του, είναι πιθανό να συνεχίσει να προωθεί την ατζέντα του με εκτελεστικά διατάγματα.

Ένα άλλο πιθανό σενάριο είναι οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά οι Ρεπουμπλικανοί να διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας. Σε αυτή την περίπτωση, οι Δημοκρατικοί είναι πιθανό να προωθήσουν νομοσχέδια για να δείξουν ότι επιθυμούν να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό, να περιορίσουν τις πολεμικές εξουσίες του Τραμπ και να εναντιωθούν στα κέντρα δεδομένων. Ωστόσο, είναι μάλλον δύσκολο να υπάρξουν σημαντικές νομοθετικές εξελίξεις, καθώς θα τις εμποδίζουν οι Ρεπουμπλικάνοι στη Γερουσία και το βέτο του Αμερικανού προέδρου. Και σε αυτό το σενάριο, ο Τραμπ θα μπορέσει να συνεχίσει να κυβερνά μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων και είναι επίσης πιθανό να υπάρξει διαμάχη για το ανώτατο όριο του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ. Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας με ισοψηφία, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς μπορεί να ψηφίσει σε περιπτώσεις ισοψηφίας.

Με πληροφορίες από: Ieidiseis, Topontiki, News.gr