Η ενεργός συμμετοχή των νέων στα κοινά και η ανάδειξή τους σε πρωταγωνιστές της τοπικής δημοκρατίας αποτελεί ένα διαρκές ερώτημα. Παρά την αναγνωρισμένη σημασία των συμβουλίων νέων ως θεσμού, η κεντρική εξουσία συχνά δείχνει να αποστρέφεται την ουσιαστική λειτουργία τους στην πράξη. Αυτή η στάση οδηγεί τους νέους σε ρόλο παρατηρητών και χειροκροτητών των κυβερνώντων, αντί για ενεργούς διαμορφωτές αποφάσεων.
Η αρχική θεσμοθέτηση των συμβουλίων νέων
Τα Δημοτικά Συμβούλια Νέων, ως θεσμός, καθιερώθηκαν σε πρώτο επίπεδο το 2006. Η θεσμοθέτηση αυτή πραγματοποιήθηκε μέσω του Νόμου 3443/2006, ο οποίος προέβλεπε τη δημιουργία των Τοπικών Συμβουλίων Νέων, γνωστών ως ΤΟΣΥΝ. Η πρωτοβουλία αυτή αποτέλεσε μια αρχική προσπάθεια για την θεσμική ενσωμάτωση της νεολαίας στο πλαίσιο της τοπικής διακυβέρνησης.
Ο βασικός θεωρητικός στόχος που τέθηκε για αυτά τα συμβούλια ήταν ο εντοπισμός και η ανάδειξη των ποικίλων ζητημάτων που απασχολούν τη νέα γενιά σε κάθε τοπική κοινωνία. Μέσω αυτής της διαδικασίας, επιδιωκόταν να δοθεί φωνή στους νέους και να ενταχθούν οι προβληματισμοί τους στην ατζέντα της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Η απουσία της φωνής των νέων στη νομοθέτηση
Ωστόσο, ένα σημαντικό πρόβλημα αναδείχθηκε από την πρώτη κιόλας ημέρα της σύστασης των συμβουλίων, με κορύφωση κατά την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση της περιόδου 2010-2015. Ο νόμος που καθιέρωσε τον θεσμό γράφτηκε ερήμην της νεολαίας, χωρίς να ζητηθεί η γνώμη των νέων πολιτών της χώρας, παρόλο που το νομοσχέδιο τους αφορούσε αποκλειστικά.
Για να είναι μια πολιτική αποτελεσματική και να επιτελέσει τον σκοπό της, οφείλει να αφουγκράζεται τις κοινωνικές ομάδες που υφίστανται τον άμεσο αντίκτυπό της. Η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, μια στάση που παρατηρείται και στη σημερινή κυβέρνηση, αρνήθηκε να ακούσει τους νέους πολίτες. Αυτή η άρνηση αφορούσε τη νέα γενιά που εργάζεται σε δύο και τρεις δουλειές για να επιβιώσει, καθώς και τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους συμπολίτες μας που οδηγήθηκαν στη μετανάστευση αναζητώντας ένα μέλλον που τους στέρησε ο τόπος τους λόγω των πολιτικών της.
Ο κομματικός έλεγχος και ο προσχηματικός χαρακτήρας
Αντί να προκύψει από τις πραγματικές ανάγκες των νέων, ο θεσμός επιβλήθηκε «από τα πάνω», υπαγορευόμενος από την ανάγκη του τότε πολιτικού συστήματος να ανανεώσει τις πελατειακές του σχέσεις σε τοπικό επίπεδο. Ο απώτερος στόχος ήταν ο πλήρης έλεγχος των τοπικών συμβουλίων, με σκοπό την ικανοποίηση του κομματικού μηχανισμού.
Η νέα γενιά αντιμετωπιζόταν ανέκαθεν ως ένα σύνολο από χειροκροτητές, κινητοποιητές, άβουλους και διακοσμητικά στοιχεία για φωτογραφίες, πλήρως ελεγχόμενους. Δεν υπήρχε η πρόθεση να λειτουργήσουν ως εστίες ριζοσπαστικής σκέψης και ανεξάρτητης πολιτικής ζύμωσης, αποστερώντας τους έτσι από κάθε ουσιαστικό ρόλο.
Η εγκατάλειψη του θεσμού στην κρίση
Η περίοδος της οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης, μεταξύ 2010 και 2015, αποκάλυψε τον απολύτως προσχηματικό χαρακτήρα του θεσμού. Όταν η χρηματοδότηση των συμβουλίων στέρεψε και ο κομματικός έλεγχος εξασθένησε, ο θεσμός απλώς αφέθηκε να μαραζώσει.
Αυτή η εγκατάλειψη κατέδειξε ότι η ύπαρξή του ήταν συνδεδεμένη περισσότερο με την εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων παρά με την ουσιαστική εκπροσώπηση και συμμετοχή της νεολαίας. Η απουσία πόρων και ελέγχου οδήγησε στην αδρανοποίηση ενός θεσμού που υποτίθεται ότι θα έδινε φωνή στους νέους.
Νέες πρωτοβουλίες για την αναβίωση των συμβουλίων
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των συγκεντρωτικών πολιτικών που έπλητταν την τοπική αυτοδιοίκηση και τον θεσμό των συμβουλίων νέων, υπήρξαν δήμοι και πολίτες που ανέλαβαν πρωτοβουλίες. Αυτοί οι φορείς προχώρησαν στη σύσταση νέων Τοπικών Συμβουλίων Νέων, τα οποία πλέον αναφέρονται ως Δημοτικά Συμβούλια Νέων.
Η σύσταση αυτών των νέων συμβουλίων βασίστηκε σε εσωτερικούς κανονισμούς, αποτελώντας μια προσπάθεια αναβίωσης του θεσμού από τη βάση. Νέοι πολίτες, με έντονο το αίσθημα της συλλογικότητας και της προσφοράς στο δημόσιο συμφέρον, ίδρυσαν τέτοια συμβούλια σε πολλούς δήμους, επιδιώκοντας να δώσουν νέα πνοή στην εκπροσώπηση της νεολαίας.
Με πληροφορίες από: Topontiki