Πολιτική

Ο Αλέξης Τσίπρας για την οικονομία και τις ανισότητες: «Βουλγαρικοί μισθοί, γαλλικές τιμές»

Κωνσταντίνα Κοσμά
28-09-26

Ο Αλέξης Τσίπρας, αρχηγός της ΕΛ.Α.Σ., παραχώρησε μια εφ' όλης της ύλης συνέντευξη στο γαλλικό περιοδικό Marianne. Στη συνέντευξη αυτή, ο κ. Τσίπρας θίγει ποικίλα ζητήματα που απασχολούν την εγχώρια και ευρωπαϊκή επικαιρότητα. Μεταξύ των θεμάτων που αναλύθηκαν ήταν το εργασιακό περιβάλλον, η οικονομική ανισότητα, η πορεία της ΕΛ.Α.Σ. στις δημοσκοπήσεις, καθώς και η άνοδος ακροδεξιών μορφωμάτων. Ο πρώην πρωθυπουργός επέκρινε έντονα την κυβερνητική πολιτική, ειδικά σε θέματα οικονομίας και ποιότητας ζωής των Ελλήνων πολιτών.

Η οικονομική κατάσταση και οι διευρυνόμενες ανισότητες

Ο κ. Τσίπρας απάντησε στο κυβερνητικό αφήγημα που υποστηρίζει ότι η ανεργία έχει καμφθεί σημαντικά στη χώρα. Δήλωσε χαρακτηριστικά πως αυτή η άποψη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως τη βιώνουν οι Έλληνες πολίτες. Υπογράμμισε ότι το 2019, η Ελλάδα μόλις είχε εξέλθει από μια περίοδο μνημονίων, μετά από μια τρομερή οικονομική κρίση που είχε μειώσει το ΑΕΠ της χώρας κατά 25%. Παράλληλα, είχε υποστεί μια παρατεταμένη περίοδο λιτότητας.

Σύμφωνα με τον αρχηγό της ΕΛ.Α.Σ., η κατάσταση έχει επιδεινωθεί σημαντικά από το 2019 και οι οικονομικές ανισότητες έχουν διευρυνθεί περαιτέρω. Η Ελλάδα, όπως τόνισε στη συνέντευξή του, βρίσκεται σήμερα στις τελευταίες θέσεις σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών κατατάξεων που αφορούν την οικονομική ευημερία και την κοινωνική συνοχή.

Μισθοί, κόστος ζωής και υψηλός πληθωρισμός

Ο Αλέξης Τσίπρας προχώρησε σε μια λεπτομερή σύγκριση του μέσου ελληνικού μισθού με άλλες χώρες. Ανέφερε ότι το 2019, ο μέσος ελληνικός μισθός ήταν κατά 83% υψηλότερος από τον βουλγαρικό. Ωστόσο, σήμερα, αυτή η διαφορά έχει συρρικνωθεί δραματικά, με τον ελληνικό μισθό να είναι υψηλότερος μόλις κατά 17% σε σχέση με τον βουλγαρικό. Επίσης, επεσήμανε την αύξηση του κόστους ενοικίου, τονίζοντας ότι το 2019 δεν δαπανούσε κανείς το 40% του εισοδήματός του για την κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών, κάτι που συμβαίνει πλέον.

Το κόστος ζωής στην Ελλάδα περιγράφεται από τον κ. Τσίπρα ως «τρομακτικό». Αυτή η κατάσταση, όπως εξήγησε, επιδεινώνεται σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας των καρτέλ που, κατά την άποψή του, κυριαρχούν σχεδόν σε ολόκληρη την οικονομία της χώρας. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα είναι από τους υψηλότερους που καταγράφονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, οι τιμές στα σούπερ μάρκετ είναι αντίστοιχες, αν όχι υψηλότερες, από τις τιμές που συναντά κανείς στη Γαλλία.

Χαμηλή αγοραστική δύναμη και δύσκολες συνθήκες εργασίας

Σε όρους αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα κατατάσσεται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Αυτή η θέση υποδηλώνει μια σημαντική υστέρηση στην ευημερία των πολιτών σε σύγκριση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Ο κ. Τσίπρας υποστήριξε ότι ένας μέσος Έλληνας πρέπει να καταφύγει σε ακραίες λύσεις για να τα βγάλει πέρα, όπως το να κάνει δύο δουλειές ή να εργάζεται δώδεκα ώρες την ημέρα.

Για να περιγράψει συνοπτικά την τρέχουσα κατάσταση, ο αρχηγός της ΕΛ.Α.Σ. χρησιμοποίησε μια χαρακτηριστική φράση. Δήλωσε πως «έχουμε βουλγαρικούς μισθούς, γαλλικές τιμές και κινεζικές συνθήκες εργασίας». Αυτή η δήλωση αναδεικνύει την αντίθεση μεταξύ των χαμηλών αποδοχών, του υψηλού κόστους ζωής και των απαιτητικών εργασιακών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα.

Κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και χαμένες ευκαιρίες

Ο πρώην πρωθυπουργός παρομοίασε την τρέχουσα οικονομική και κοινωνική κατάσταση με ένα «νέο μνημόνιο» που, όπως υποστήριξε, επιβάλλει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον ελληνικό λαό. Τόνισε ότι από το 2019 και μετά, η κυβέρνηση έχει χάσει όλες τις ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν για την ουσιαστική ανάταξη της χώρας και της οικονομίας της.

Ως παράδειγμα αυτών των χαμένων ευκαιριών, ο κ. Τσίπρας ανέφερε τη ρευστότητα που προσέφερε η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού. Επιπλέον, αναφέρθηκε στις σημαντικές δυνατότητες χρηματοδότησης που δόθηκαν, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης. Κατά τη γνώμη του, αυτές οι ευκαιρίες δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς για την πραγματική βελτίωση της οικονομίας και της ποιότητας ζωής των Ελλήνων πολιτών.

Με πληροφορίες από: Reader