Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Μιλένα Αποστολάκη, απέστειλε επιστολή στην Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA), Petra Hielkema. Το θέμα της επιστολής αφορά τα μακροχρόνια ιδιωτικά ασφαλιστήρια υγείας στην Ελλάδα, εστιάζοντας στη διακυβέρνηση των προϊόντων, την οικονομική προσιτότητα και την προστασία των ασφαλισμένων. Η κυρία Αποστολάκη θέτει το ζήτημα της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των ισόβιων ιδιωτικών ασφαλιστηρίων υγείας και την ανάγκη προστασίας των πολιτών που βασίζονται σε αυτά τα προϊόντα επί σειρά δεκαετιών.
Το ζήτημα των μακροχρόνιων ασφαλιστηρίων υγείας
Επί αρκετές δεκαετίες, οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις προωθούσαν ευρέως στην αγορά τα «Ισόβια Συμβόλαια Ασφάλισης Υγείας». Τα προϊόντα αυτά δομήθηκαν νομικά με τρόπο ώστε να εμφανίζονται ως μόνιμα και ισόβια συμβόλαια, προσφέροντας στους ασφαλισμένους την υπόσχεση διαρκούς κάλυψης για τις ανάγκες υγείας τους.
Ωστόσο, ο χρηματοοικονομικός σχεδιασμός αυτών των συμβολαίων υγείας βασίστηκε σε μια μη κεφαλαιοποιητική, βραχυπρόθεσμη βάση, τύπου ζημιών. Αυτή η δομή δημιουργεί ένα χάσμα μεταξύ της νομικής υπόστασης των συμβολαίων ως ισόβιων και της οικονομικής τους θεμελίωσης, η οποία δεν προέβλεπε μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Η έλλειψη κεφαλαιακών αποθεμάτων
Η προσέγγιση αυτή στην ελληνική ασφαλιστική αγορά έρχεται σε αντίθεση με αντίστοιχες ευρωπαϊκές δομές που έχουν θεσπιστεί για την αντιμετώπιση παρόμοιων ζητημάτων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα αποθέματα γήρανσης (Alterungsrückstellungen) που εφαρμόζονται στη Γερμανία, τα οποία έχουν ως στόχο να μετριάσουν τους κινδύνους που συνδέονται με την αύξηση της ηλικίας των ασφαλισμένων.
Στην Ελλάδα, και παρά τις υποχρεώσεις που προβλέπονταν ήδη από την εφαρμοστέα εποπτική νομοθεσία, δεν προκύπτει ότι προβλέφθηκαν ούτε διατηρήθηκαν κεφαλαιακά αποθέματα για τον μετριασμό των κινδύνων που συνδέονται με τη γήρανση των ασφαλισμένων. Αυτή η έλλειψη κεφαλαιακής πρόβλεψης συνέβαλε στην εμφάνιση προβλημάτων βιωσιμότητας των συμβολαίων με την πάροδο του χρόνου.
Οι όροι αναπροσαρμογής και η καταχρηστικότητά τους
Οι ασφαλιστικές εταιρίες προέβλεπαν στις συμβάσεις των ασφαλίσεων αυτών γενικούς όρους για την αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου. Οι όροι αυτοί, ωστόσο, δεν προέβλεπαν εύλογα και διαφανή κριτήρια για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων. Αυτή η έλλειψη διαφάνειας και σαφήνειας καθιστούσε τους ασφαλισμένους ευάλωτους σε αυθαίρετες αυξήσεις.
Λόγω της απουσίας συγκεκριμένων και διαφανών κριτηρίων, όπως ορίζει ο ν. 2251/1994 και η Οδηγία 93/13/ΕΚ, οι σχετικοί όροι αναπροσαρμογής κρίνονται ως επί το πλείστον καταχρηστικοί. Η νομοθεσία απαιτεί σαφείς προϋποθέσεις για τέτοιες τροποποιήσεις, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των καταναλωτών.
Οι δικαστικές αποφάσεις και η εφαρμογή τους
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν αυξήσεις στα ασφάλιστρα. Ωστόσο, σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί επί του θέματος, οι αυξήσεις αυτές θα πρέπει να ακολουθούν αντικειμενικούς και ευρέως προσβάσιμους δείκτες. Οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να συμπληρώνουν τις συμβάσεις, παρέχοντας ένα διαφανές πλαίσιο για κάθε αναπροσαρμογή.
Παρόλα αυτά, στην πράξη, οι ασφαλιστικές εταιρίες συνεχίζουν να κάνουν χρήση των καταχρηστικών αυτών όρων. Ως αποτέλεσμα, επιβάλλουν συχνά υπέρογκες αυξήσεις στα ασφάλιστρα, αδιαφορώντας για τις δικαστικές επιταγές που απαιτούν διαφάνεια και αντικειμενικότητα στις αναπροσαρμογές.
Οι δραματικές συνέπειες για τους ασφαλισμένους
Οι συνέπειες αυτών των δομικών χαρακτηριστικών των συμβολαίων και των πρακτικών των εταιριών έχουν καταστεί ιδιαίτερα σημαντικές για τους καταναλωτές. Οι μεγαλύτερης ηλικίας ασφαλισμένοι, ειδικότερα, αντιμετωπίζουν σημαντικές και σωρευτικές ετήσιες αυξήσεις ασφαλίστρων, οι οποίες συχνά φτάνουν σε διψήφια ποσοστά. Αυτές οι συνεχείς και μεγάλες αυξήσεις καθιστούν την ασφαλιστική κάλυψη μη προσιτή για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, περίπου 300.000 ασφαλισμένοι έχουν οδηγηθεί στην ακύρωση της κάλυψής τους, καθώς αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν στο διαρκώς αυξανόμενο κόστος των ασφαλίστρων. Από τους αρχικούς ασφαλισμένους, περίπου 250.000 παραμένουν, στην πλειονότητά τους ηλικιωμένοι και πολίτες υψηλού κινδύνου, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σημ.
Με πληροφορίες από: Reader