Για αρκετές δεκαετίες, ο δυτικός κόσμος έζησε με την αντίληψη ότι είχε καταφέρει να διαψεύσει τον Θουκυδίδη. Η ισχύς, η οποία αποτελεί μια παλιά και ενοχλητική σταθερά της Ιστορίας, φαινόταν να μπορεί να περιοριστεί από θεσμούς, διεθνείς οργανισμούς, οικονομικές αλληλεξαρτήσεις, συνθήκες και κανόνες. Ωστόσο, αυτή η πεποίθηση άντεξε όσο οι συνθήκες την ευνοούσαν, και σήμερα μοιάζει όλο και περισσότερο με μια σύγχρονη αυταπάτη που κατέρρευσε μόλις η ισχύς επανέφερε στο προσκήνιο την παλιά διαχρονική της λογική.
Ο διάλογος των Αθηναίων με τους Μηλίους
Περίπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, συγκεκριμένα το 416 π.Χ., οι Αθηναίοι έφτασαν στη Μήλο με την απαίτηση της υποταγής της πόλης. Στον γνωστό διάλογο που καταγράφει ο Θουκυδίδης, οι Μήλιοι επικαλούνται το δίκαιο, την ουδετερότητά τους και την ελπίδα ότι οι Σπαρτιάτες θα τους προσφέρουν βοήθεια.
Οι Αθηναίοι απάντησαν με μια από τις πιο σκληρές διατυπώσεις που μας κληροδότησε η αρχαία πολιτική σκέψη. Υποστήριξαν ότι το δίκαιο έχει πραγματικό βάρος μόνο όταν οι αντίπαλοι διαθέτουν περίπου ίση δύναμη. Σε αντίθετη περίπτωση, οι ισχυροί επιβάλλουν όσα μπορούν και οι αδύναμοι είναι αναγκασμένοι να υπομείνουν όσα τους επιβάλλονται.
Η οπτική του Θουκυδίδη για την ισχύ
Είναι σημαντικό να γίνει μια διάκριση, η οποία συχνά χάνεται όταν η συγκεκριμένη φράση χρησιμοποιείται ως ένα εύκολο απόφθεγμα πολιτικού κυνισμού. Αυτά τα λόγια εκφέρονται από τους Αθηναίους και όχι από τον Θουκυδίδη ως θεωρητικό που διατυπώνει μια αιώνια ηθική αρχή.
Ο αναγνώστης του Θουκυδίδη γνωρίζει την κατάληξη των γεγονότων. Η Μήλος τελικά καταστράφηκε, αλλά λίγα χρόνια αργότερα κατέρρευσε και η ίδια η αθηναϊκή δύναμη, η οποία εκείνη την εποχή φαινόταν τόσο βέβαιη για την υπεροχή της. Επομένως, ο Θουκυδίδης δεν δικαιώνει τον ισχυρό. Αντιθέτως, παρατηρεί κάτι πιο λεπτό, επισημαίνοντας την ανάγκη να αποδεχθούμε ότι η ηθική αξία του δικαίου από μόνη της δεν αρκεί για να το καταστήσει αποτελεσματικό.
Οι προσπάθειες του 20ού αιώνα για θεσμικό περιορισμό
Ο εικοστός αιώνας επιχείρησε, με τεράστιο ιστορικό κόστος, να δώσει μια θεσμική απάντηση σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα. Μετά το πέρας δύο Παγκόσμιων Πολέμων, οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο σύστημα με σκοπό να περιορίσει τη δυνατότητα των κρατών να ενεργούν αποκλειστικά σύμφωνα με τη δύναμή τους.
Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι διεθνείς συμβάσεις, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι στρατιωτικές συμμαλίες και αργότερα η οικονομική παγκοσμιοποίηση, συγκρότησαν έναν κόσμο στον οποίο η ισχύς παρέμενε παρούσα, αλλά όφειλε να περιορίζεται από κανόνες.
Η μετα-1989 εποχή και η κατάρρευση των προσδοκιών
Μετά το 1989, η προσδοκία για έναν κόσμο όπου η ισχύς θα περιοριζόταν ακόμα περισσότερο, έγινε ακόμη μεγαλύτερη. Η κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος έδωσε την εντύπωση ότι ο μεγάλος ιδεολογικός ανταγωνισμός είχε κριθεί οριστικά.
Επικράτησε η αντίληψη ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία, η αγορά και η οικονομική αλληλεξάρτηση διέθεταν πλέον μια σχεδόν αδιαμφισβήτητη υπεροχή. Ωστόσο, αυτή η προσδοκία, όπως και η προηγούμενη, μοιάζει σήμερα με μια ακόμη σύγχρονη αυταπάτη.
Η επιστροφή της διαχρονικής λογικής της ισχύος
Ο Θουκυδίδης, λοιπόν, δεν χρειάζεται να επιστρέψει, καθώς δεν έφυγε ποτέ από την επικαιρότητα. Το λάθος ήταν δικό μας όταν πιστέψαμε ότι η πρόοδος τον είχε καταστήσει παρωχημένο.
Σήμερα, η ισχύς επανέφερε στο προσκήνιο την παλιά διαχρονική της λογική, καθιστώντας τις αρχαίες παρατηρήσεις του ιστορικού για τη φύση της εξουσίας και τις σχέσεις μεταξύ ισχυρών και αδύναμων κρατών, πιο επίκαιρες από ποτέ.
Με πληροφορίες από: Topontiki