Η πολιτική συζήτηση γύρω από τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης διεξάγεται με μια συγκεκριμένη αφετηρία, η οποία παρουσιάζεται ως βολική αλλά είναι λανθασμένη. Αυτή η αφετηρία υποστηρίζει ότι το πρώτο κόμμα έχει ένα σχεδόν φυσικό δικαίωμα να κυβερνήσει και ότι οποιαδήποτε πλειοψηφία σχηματιστεί χωρίς αυτό αποτελεί «κυβέρνηση ηττημένων». Ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε λόγο να επιβάλλει αυτή τη θεωρία, το ΠΑΣΟΚ, παραδόξως, επιλέγει να την αποδέχεται, παρόλο που θα μπορούσε να την απορρίψει.
Η ρητορική της «κυβέρνησης ηττημένων»
Η πολιτική ατζέντα διαμορφώνεται γύρω από την ιδέα ότι το κόμμα που αναδεικνύεται πρώτο στις εκλογές κατέχει ένα αυτονόητο προβάδισμα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, επανέφερε αυτό το επιχείρημα με κατηγορηματικό τρόπο κατά τη διάρκεια της ΔΕΘ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι «τα ξαναζήσαμε το 2023, είδαμε πού κατέληξε. Κυβέρνηση σχηματίζει το πρώτο κόμμα, αυτό είναι δεδομένο και κατάκτηση».
Ωστόσο, αυτή η δήλωση δεν περιγράφει έναν συνταγματικό κανόνα, αλλά έναν κανόνα που η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί να θεωρείται αυτονόητος. Αυτό είναι ιδιαίτερα βολικό για το κόμμα, καθώς η επίτευξη αυτοδυναμίας απομακρύνεται και οι εκλογικοί συσχετισμοί γίνονται ολοένα και πιο ρευστοί, καθιστώντας αναγκαίες τις συνεργασίες.
Το Σύνταγμα και οι διερευνητικές εντολές
Το ελληνικό Σύνταγμα είναι πολύ σαφέστερο από την πολιτική προπαγάνδα που αναπτύσσεται. Το άρθρο 37 ρυθμίζει τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, προβλέποντας ότι το πρώτο κόμμα λαμβάνει την πρώτη διερευνητική εντολή, δίνοντάς του την πρώτη ευκαιρία να αναζητήσει κυβερνητική πλειοψηφία. Εάν η προσπάθεια αυτή αποτύχει, η εντολή περνά διαδοχικά στο δεύτερο και κατόπιν στο τρίτο κόμμα.
Πουθενά στο Σύνταγμα δεν προβλέπεται ότι το δεύτερο ή το τρίτο κόμμα είναι υποχρεωμένο να συμπεριλάβει το πρώτο στην κυβέρνηση που θα προτείνει. Η ουσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 84, είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αυτή η κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη αποτελεί τη δημοκρατική και συνταγματική νομιμοποίηση, και όχι η σειρά κατάταξης στο εκλογικό ταμπλό, σαν να πρόκειται για βαθμολογικό πίνακα σε πρωτάθλημα ποδοσφαίρου.
Η έννοια των «νικητών» και «ηττημένων»
Η πρωτιά στις εκλογές παρέχει αναμφίβολα ένα πολιτικό πλεονέκτημα και μια διαδικαστική προτεραιότητα, αλλά δεν συνεπάγεται δικαίωμα αρνησικυρίας για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Οι όροι «νικητές» και «ηττημένοι» είναι καθαρά πολιτικοί και εξαιρετικά υποκειμενικοί, καθώς η ερμηνεία τους μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τα εκλογικά δεδομένα.
Για παράδειγμα, ένα κόμμα μπορεί να αναδειχθεί πρώτο με ποσοστό 24%, έχοντας όμως χάσει δεκαεπτά μονάδες από τις προηγούμενες εκλογές. Ταυτόχρονα, δύο ή τρία άλλα κόμματα μπορεί να συγκεντρώνουν συνολικά σαφώς περισσότερες ψήφους και έδρες, να συμφωνούν σε ένα κοινό πρόγραμμα και να είναι σε θέση να εξασφαλίσουν την κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη. Σε μια τέτοια περίπτωση, τίθεται το ερώτημα ποιος ακριβώς είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος.
Ευρωπαϊκά παραδείγματα κοινοβουλευτικής λειτουργίας
Η ευρωπαϊκή εμπειρία αποδομεί περαιτέρω το επιχείρημα περί «φυσικού δικαιώματος» του πρώτου κόμματος. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, το Λαϊκό Κόμμα ήρθε πρώτο στις εκλογές του 2023. Ωστόσο, ο Πέδρο Σάντσεθ, επικεφαλής του δεύτερου σε δύναμη PSOE, κατάφερε να εξασφαλίσει την ψήφο 179 βουλευτών και να σχηματίσει κυβέρνηση, αποδεικνύοντας ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι αυτή που καθορίζει τον κυβερνητικό σχηματισμό.
Αντίστοιχα, στην Πορτογαλία το 2015, η κεντροδεξιά συμμαχία κέρδισε τις εκλογές, αλλά απώλεσε την κοινοβουλευτική πλειοψηγία. Στη συνέχεια, ο δεύτερος σε εκλογική δύναμη, Αντόνιο Κόστα, συγκρότησε σοσιαλιστική κυβέρνηση με την κοινοβουλευτική στήριξη των κομμάτων της Αριστεράς. Αυτά τα παραδείγματα δεν αποτελούν θεσμικές εκτροπές, αλλά δείχνουν την κοινοβουλευτική δημοκρατία σε πλήρη λειτουργία, όπου η ικανότητα σχηματισμού πλειοψηφίας είναι καθοριστική.
Η στάση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στη ρητορική
Μέσα σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο, παρατηρείται ένα παράδοξο όσον αφορά τη στάση του ΠΑΣΟΚ. Ενώ το κόμμα θα είχε κάθε λόγο να απορρίψει τη θεωρία ότι μόνο το πρώτο κόμμα έχει δικαίωμα να κυβερνήσει, επιλέγει να την αποδέχεται. Αυτή η στάση εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη στρατηγική του κόμματος και την προσέγγισή του στον σχηματισμό πιθανών κυβερνητικών συνεργασιών στο μέλλον.
Με πληροφορίες από: Topontiki