Η Γιουβέντους βρίσκεται σε κατάσταση απομόνωσης μετά από μία πρόσφατη συντριβή, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος θα αναλάβει τελικά την ευθύνη για τα επτά χαμένα χρόνια που ταλανίζουν τον σύλλογο; Παρά τις συχνές αλλαγές στον πάγκο της ομάδας, οι οικονομικές προκλήσεις και οι ζημίες παραμένουν επίμονες. Ο σύλλογος έχει καταγράψει εννέα συνεχόμενες οικονομικές σεζόν με ζημίες, ξεκινώντας από τη σεζόν 2017-2018.
Η διαρκής ενοχοποίηση των προπονητών
Στη Γιουβέντους, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι η απόδοση ευθυνών στον εκάστοτε προπονητή για τις αποτυχίες της ομάδας. Κάθε φορά που η ομάδα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες, η συζήτηση στρέφεται στον πάγκο, σαν να αποτελεί αυτός τη μοναδική πηγή των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύλλογος. Αυτή η προσέγγιση έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια.
Αρχικά, οι ευθύνες αποδόθηκαν στον Αλέγκρι. Στη συνέχεια, ακολούθησε ο Σάρι, ο οποίος, παρότι ήταν το ακριβώς αντίθετο του προκατόχου του και είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα, βρέθηκε επίσης στο στόχαστρο. Μετά ήρθε η σειρά του Πίρλο, με αιτιολογία την απειρία του. Ακολούθησε ξανά ο Αλέγκρι, αυτή τη φορά επειδή η ομάδα του έπαιζε άσχημο ποδόσφαιρο. Ο Τιάγκο Μότα θεωρήθηκε ότι είχε υπερβολικά περίπλοκες ιδέες, ενώ ο Τούντορ κατηγορήθηκε για υπερβολικά απλές ιδέες. Πλέον, ο Σπαλέτι φέρεται να μπερδεύει τους ποδοσφαιριστές με τις πολλές του ομιλίες, χωρίς να γίνεται σαφές τι ακριβώς επιδιώκει. Ωστόσο, το πρόβλημα φαίνεται να είναι πολύ πιο εκτεταμένο από την επιλογή του προπονητή.
Οι μεγάλες οικονομικές επενδύσεις και οι συνέπειες
Το 2019, η Γιουβέντους προχώρησε σε αίτημα προς τους μετόχους της για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ. Η κίνηση αυτή συνδέθηκε άμεσα με την απόκτηση του Κριστιάνο Ρονάλντο από τη Ρεάλ Μαδρίτης, μία μεταγραφή που κόστισε 100 εκατομμύρια ευρώ. Στον Πορτογάλο αστέρα προσφέρθηκαν καθαρές ετήσιες αποδοχές 31 εκατομμυρίων ευρώ.
Με τον συνυπολογισμό των μικτών αποδοχών και των αποσβέσεων του κόστους μεταγραφής, η συνολική ετήσια επιβάρυνση για τον σύλλογο έφτανε περίπου τα 85 με 90 εκατομμύρια ευρώ. Η επένδυση αυτή βασίστηκε στην παραδοχή ότι η Γιουβέντους θα διατηρούσε σταθερά τη θέση της στην ευρωπαϊκή ελίτ, ταυτόχρονα με τις προσπάθειες για την προώθηση της δημιουργίας της European Super League.
Αποτυχημένα σχέδια και διαδοχικές κεφαλαιακές ενισχύσεις
Το σχέδιο της European Super League δεν υλοποιήθηκε ποτέ, ενώ η πανδημία του Covid-19 επιβάρυνε περαιτέρω τα οικονομικά δεδομένα όλων των συλλόγων. Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής για εκείνους που ήδη αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα. Ως αποτέλεσμα, η Γιουβέντους αναγκάστηκε να ζητήσει νέα κεφαλαιακή ενίσχυση.
Το 2021, ο σύλλογος ζήτησε επιπλέον 400 εκατομμύρια ευρώ από τους μετόχους του. Το 2024, προστέθηκαν άλλα 200 εκατομμύρια, ενώ τον Νοέμβριο του 2025 ζητήθηκαν ακόμη 98 εκατομμύρια. Τον Σεπτέμβριο του 2026, το διοικητικό συμβούλιο πρότεινε μία νέα κεφαλαιακή ενίσχυση, με το ύψος της να φτάνει έως και τα 250 εκατομμύρια ευρώ. Όλες αυτές οι κινήσεις έλαβαν χώρα εν μέσω εννέα συνεχόμενων οικονομικών σεζόν με ζημίες.
Μεταγραφικές επιλογές που επιβάρυναν τον σύλλογο
Οι οικονομικές δυσκολίες δεν οφείλονται αποκλειστικά στην περίπτωση του Κριστιάνο Ρονάλντο, η οποία αποτελεί μία χαρακτηριστική επένδυση που ξεπέρασε τις οικονομικές δυνατότητες του συλλόγου. Υπήρξαν και άλλες μεταγραφικές κινήσεις που επιβάρυναν σημαντικά τα οικονομικά της Γιουβέντους και δεν μπορούν να χρεωθούν στον εκάστοτε προπονητή.
Ο Άρθουρ, για παράδειγμα, αποτιμήθηκε στα 80 εκατομμύρια ευρώ στο πλαίσιο της συμφωνίας που έστειλε τον Πιάνιτς στην Μπαρτσελόνα. Για την απόκτηση του Βλάχοβιτς δαπανήθηκαν 85 εκατομμύρια ευρώ. Ο Κουπμάινερς κόστισε περισσότερα από 50 εκατομμύρια, ενώ ο Ντάγκλας Λουίζ σχεδόν τόσα. Ο Νίκο Γκονζάλες αποκτήθηκε έναντι λίγο λιγότερων από 40 εκατομμυρίων και ο Οπέντα λίγο περισσότερων. Αντίθετα, η πώληση του Χάουσεν για μόλις 15 εκατομμύρια ευρώ, όταν έναν χρόνο αργότερα η αξία του είχε φτάσει τα 60 εκατομμύρια, αναδεικνύει αποφάσεις που δεν σχετίζονται με την τεχνική καθοδήγηση της ομάδας. Οι προπονητές δεν είναι υπεύθυνοι για αυτές τις αποφάσεις.
Με πληροφορίες από: Gazzetta