Οικονομία

Το «καμπανάκι» του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής για την οικονομία: Επίμονη ακρίβεια και περιορισμένα περιθώρια στήριξης

Newsroom
24-10-26

Μια σειρά από κινδύνους για την ελληνική οικονομία και τα στενά περιθώρια για κρατικές παρεμβάσεις αναδεικνύει η τελευταία τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Η έκθεση καταγράφει έναν πληθωρισμό που τον Αύγουστο έφτασε το 3,7%, ενώ η πρόβλεψη για την ανάπτυξη το 2026 διατηρείται στο 1,9%. Παράλληλα, τονίζεται ότι οι δυνατότητες για απεριόριστη κρατική στήριξη είναι περιορισμένες.

Η σύνθετη εικόνα της ελληνικής οικονομίας

Η κυβερνητική εικόνα της οικονομίας, η οποία δίνει έμφαση στην ανάπτυξη, στα πρωτογενή πλεονάσματα και στη δημοσιονομική σταθερότητα, συναντά μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού. Η έκθεση καταγράφει μια σειρά από κινδύνους που καθιστούν δυσκολότερη την κυβερνητική διαχείριση.

Παράλληλα, θέτει υπό αμφισβήτηση την εικόνα μιας ανάπτυξης που αρκεί από μόνη της για να βελτιώσει την καθημερινότητα των πολιτών. Το Γραφείο αναδεικνύει τις αντιφάσεις του κυβερνητικού αφηγήματος, καθώς η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά η ακρίβεια επιμένει, η ανταγωνιστικότητα πιέζεται και το ερώτημα για το ποιος τελικά ωφελείται από την ανάπτυξη παραμένει ανοιχτό.

Το «καμπανάκι» του πληθωρισμού

Το πρώτο «καμπανάκι» από το Γραφείο Προϋπολογισμού αφορά τον πληθωρισμό. Τον Αύγουστο, ο εναρμονισμένος δείκτης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,7%, παρουσιάζοντας απόκλιση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος ήταν 3,2%. Ο επικεφαλής του Γραφείου, Ιωάννης Τσουκαλάς, εκτίμησε ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο ο πληθωρισμός να κλείσει το 2026 κάτω από το 3,2%.

Για τα νοικοκυριά, αυτοί οι αριθμοί μεταφράζονται σε κάτι πολύ πιο απτό από μια στατιστική απόκλιση: το κόστος ζωής εξακολουθεί να πιέζει, ενώ οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί καλούνται να αντέξουν διαδοχικές αυξήσεις χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης για όλους.

Οι επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα και το πολιτικό ερώτημα

Το πρόβλημα που επισημαίνει η έκθεση είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, οι καταναλωτές εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβότερα για βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Από την άλλη, η επίμονη απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, όπως τονίζει το ίδιο το Γραφείο.

Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό ερώτημα που αναδεικνύεται: εάν η οικονομική πολιτική αποδίδει, γιατί η αποκλιμάκωση των τιμών εξακολουθεί να αποτελεί τόσο δύσκολη υπόθεση; Και πόσο ακόμη μπορεί να στηρίζεται η κυβερνητική επιχειρηματολογία στους δείκτες ανάπτυξης, όταν η καθημερινή εμπειρία των πολιτών καθορίζεται από το κόστος του σούπερ μάρκετ, της ενέργειας, της στέγασης και των μετακινήσεων;

Η πρόβλεψη για την ανάπτυξη και οι δείκτες

Το Γραφείο Προϋπολογισμού διατηρεί την πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,9% το 2026, με εύρος εκτίμησης από 1,7% έως 2%. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το δεύτερο τρίμηνο, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση. Αυτό το ποσοστό είναι υψηλότερο από την αύξηση του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη, η οποία διαμορφώθηκε στο 1,2% για την ίδια περίοδο.

Επιπλέον, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα ενισχύθηκαν κατά 6,1%, γεγονός που υποδηλώνει μια δυναμική στον τομέα των επενδύσεων, παρά τις ευρύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η οικονομία.

Περιορισμένα περιθώρια για κρατική στήριξη

Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά δεν μπορεί να αγνοεί ότι η ακρίβεια παραμένει. Επιπλέον, οι εξωτερικοί κίνδυνοι εντείνονται, ενώ τα περιθώρια για νέες παρεμβάσεις στήριξης είναι περιορισμένα.

Η προειδοποίηση ότι δεν υπάρχουν απεριόριστες δυνατότητες κρατικής στήριξης υπογραμμίζει την ανάγκη για προσεκτική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων και την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων που επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών.

Με πληροφορίες από: Topontiki