Οικονομία

Το κόλπο των «κερασμάτων» της Pizza Fan και οι μέθοδοι φοροδιαφυγής

Κωνσταντίνα Κοσμά
23-10-26

Με ζημιά 25 εκατομμυρίων ευρώ στο ελληνικό δημόσιο φέρεται να είχε καταφέρει να επιβαρύνει η εταιρεία Pizza Fan, σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιευτεί. Η υπόθεση αυτή φέρνει στο προσκήνιο τις μεθόδους που επιστρατεύουν επιχειρήσεις για να αποκρύψουν τζίρο και να διακινήσουν μεγάλα ποσά εκτός των φορολογικών αρχείων, ξεγελώντας τους μηχανισμούς της ΑΑΔΕ. Στην περίπτωση της Pizza Fan, η φοροδιαφυγή φέρεται να γινόταν με τη χρήση παράνομου λογισμικού που αλλοίωνε τα στοιχεία των συναλλαγών.

Το κόλπο των «κερασμάτων» στην Pizza Fan

Η μεγάλη φοροδιαφυγή της Pizza Fan φέρεται να βασιζόταν σε ένα ειδικό πρόγραμμα, εγκατεστημένο στο κεντρικό πληροφοριακό σύστημα της εταιρείας. Αυτό το λογισμικό παρενέβαινε στη διαδικασία καταχώρισης των παραγγελιών, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος των πραγματικών πωλήσεων να μην εμφανίζεται στα στοιχεία που διαβιβάζονταν στη φορολογική διοίκηση. Το σύστημα λειτουργούσε έτσι ώστε, ενώ οι παραγγελίες συγκεντρώνονταν σε ενιαίο τηλεφωνικό κέντρο και διοχετεύονταν στα καταστήματα ανάλογα με την περιοχή του πελάτη, περίπου μία στις τρεις αποδείξεις χαρακτηριζόταν ηλεκτρονικά ως «κέρασμα».

Αυτό συνέβαινε κυρίως για παραγγελίες μεγαλύτερης αξίας, όταν οι πελάτες πλήρωναν με μετρητά. Έτσι, παρόλο που η επιχείρηση εισέπραττε κανονικά το αντίτιμο, η συναλλαγή φαινόταν ως δωρεάν προσφορά. Το αποτέλεσμα ήταν να μην αποτυπώνεται ο αντίστοιχος τζίρος με τον πραγματικό τρόπο, να αποκρύπτεται τζίρος και να μην αποδίδεται ο αναλογών ΦΠΑ, ο οποίος στην εστίαση ανέρχεται κατά περίπτωση στο 13%. Κατά τις ίδιες καταγγελίες, τα ποσά που προέκυπταν από τις αδήλωτες συναλλαγές φέρεται να μοιράζονταν μεταξύ εμπλεκόμενων προσώπων της διοίκησης και ιδιοκτητών καταστημάτων. Τα πραγματικά περιστατικά και οι ενδεχόμενες ευθύνες αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης.

Οι τρεις βασικές μέθοδοι απόκρυψης τζίρου

Οι ελεγκτικές αρχές έχουν στο στόχαστρό τους επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τρεις βασικές μεθόδους για την απόκρυψη πωλήσεων και τη δήλωση χαμηλότερων εσόδων. Αυτές οι πρακτικές φοροδιαφυγής αποκτούν ολοένα και πιο σύνθετες ψηφιακές διαστάσεις, από αποδείξεις που μοιάζουν νόμιμες αλλά δεν προέρχονται από εγκεκριμένους φορολογικούς μηχανισμούς, έως ύποπτες ακυρώσεις συναλλαγών και παράνομα λογισμικά που παρεμβαίνουν στα δεδομένα των πωλήσεων. Η Pizza Fan φέρεται να είχε επιλέξει την τρίτη από αυτές τις μεθόδους.

Ψεύτικες αποδείξεις από μη εγκεκριμένους μηχανισμούς

Η πρώτη μέθοδος φοροδιαφυγής βασίζεται στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδικού λογισμικού για την παραγωγή και εκτύπωση παραστατικών. Αυτά τα παραστατικά μοιάζουν με κανονικές αποδείξεις, ωστόσο δεν έχουν εκδοθεί από εγκεκριμένο φορολογικό μηχανισμό. Ο καταναλωτής, λαμβάνοντας ένα τέτοιο χαρτί, θεωρεί ότι είναι νόμιμο, χωρίς να γνωρίζει απαραίτητα ότι δεν αποτελεί έγκυρο φορολογικό στοιχείο.

Ωστόσο, η συναλλαγή δεν καταγράφεται με τον προβλεπόμενο τρόπο στα φορολογικά αρχεία της επιχείρησης, με αποτέλεσμα τα αντίστοιχα έσοδα να μπορούν να μείνουν εκτός φορολογικής δήλωσης. Με αυτόν τον τρόπο, το Δημόσιο στερείται έσοδα τόσο από τον φόρο εισοδήματος όσο και από τον ΦΠΑ, ενώ ο πελάτης πιστεύει ότι έχει λάβει κανονική απόδειξη.

Καταχρηστική αξιοποίηση νόμιμων φορολογικών μηχανισμών

Η δεύτερη πρακτική αφορά την καταχρηστική αξιοποίηση νόμιμων φορολογικών μηχανισμών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια επιχείρηση μπορεί να εκδίδει δελτία παραγγελίας χωρίς να ακολουθεί απόδειψη αντίστοιχης αξίας. Επίσης, μπορεί να εμφανίζει μαζικές ακυρώσεις συναλλαγών ή εκπτώσεις που δεν δικαιολογούνται από την πραγματική εμπορική της δραστηριότητα.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται από τους ελεγκτές στις περιπτώσεις όπου καταγράφεται μεγάλος αριθμός ακυρωτικών παραστατικών στο τέλος της ημέρας ή όταν παρατηρείται ασυνήθιστα υψηλή αξία εκπτώσεων. Τα στοιχεία αυτά, αν και δεν αποδεικνύουν από μόνα τους φοροδιαφυγή, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις που μπορούν να οδηγήσουν σε περαιτέρω και ενδελεχή έλεγχο.

Η πρόκληση για την ΑΑΔΕ και τα ψηφιακά εργαλεία

Η υπόθεση της Pizza Fan αναδεικνύει ένα σοβαρό πρόβλημα για τους φορολογικούς ελέγχους: ακόμη και όταν μια επιχείρηση διαβιβάζει ηλεκτρονικά τις αποδείξεις της, δεν είναι αυτονόητο ότι τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στις πραγματικές εισπράξεις της. Τα παράνομα λογισμικά έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν είτε πριν από την οριστική καταχώριση μιας πώλησης είτε να αλλοιώνουν δεδομένα που έχουν ήδη καταγραφεί.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να μεταβάλλονται οι ποσότητες, οι αξίες ή τα είδη των προϊόντων που πωλήθηκαν, ενώ σε άλλες οι συναλλαγές ενδέχεται να μην φτάσουν ποτέ στο φορολογικό σύστημα. Αυτό ακριβώς δυσκολεύει τον εντοπισμό της απάτης, καθώς τα δεδομένα που λαμβάνει η ΑΑΔΕ μπορεί να εμφανίζονται τυπικά σωστά, χωρίς όμως να αποτυπώνουν την πραγματική δραστηριότητα της επιχείρησης. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν χρησιμοποιούνται διαφορετικά συστήματα για παραγγελίες, πληρωμές, αποθήκες, ταμειακές μηχανές και λογιστική παρακολούθηση. Στη μάχη κατά των παράνομων λογισμικών, η ΑΑΔΕ επιχειρεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες των ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, της ανάλυσης δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης.

Με πληροφορίες από: Newsit, Topontiki