Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου καταγράφουν πτώση στην έναρξη της τρέχουσας εβδομάδας, προσφέροντας μια ανάσα στις αγορές. Οι ελπίδες αναπτερώνονται μετά τη συμφωνία μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντιμίρ Πούτιν, η οποία αναμένεται να συμβάλει στην άμβλυνση των παγκόσμιων ελλείψεων καυσίμων μέσω των ρωσικών προμηθειών ντίζελ. Παράλληλα, όμως, η περιοχή της Μέσης Ανατολής παραμένει σε αναβρασμό, με επιθέσεις και διπλωματικές κινήσεις να διαμορφώνουν ένα σύνθετο σκηνικό.
Πτώση στις τιμές του αργού πετρελαίου
Στις συναλλαγές της Δευτέρας, η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent παρουσίασε υποχώρηση, κινούμενη προς τα 103 δολάρια το βαρέλι. Αυτή η πτωτική κίνηση, η οποία καταγράφηκε στις 12 Οκτωβρίου 2023, έβαλε τέλος σε ένα ανοδικό σερί δύο συνεχόμενων συνεδριάσεων, δείχνοντας μια αλλαγή στο κλίμα των αγορών.
Αντίστοιχη ήταν η εικόνα και για το αμερικανικού τύπου αργό WTI, το οποίο ακολούθησε την ίδια πτωτική πορεία με το Brent. Η τιμή του WTI υποχώρησε, φτάνοντας προς τα 90 δολάρια το βαρέλι, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη γενικότερη τάση αποκλιμάκωσης των τιμών στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.
Η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν και οι προμήθειες ντίζελ
Η πτώση των τιμών αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στις εξελίξεις της προηγούμενης Παρασκευής. Ο τότε Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει ότι η κυβέρνησή του κατέληξε σε συμφωνία με τη Ρωσία, η οποία προβλέπει την προμήθεια εκατοντάδων χιλιάδων τόνων ντίζελ στην αγορά.
Η συγκεκριμένη συμφωνία θεωρείται ότι σηματοδοτεί μια μερική χαλάρωση της απαγόρευσης εξαγωγών που είχε επιβάλει η Μόσχα. Αυτή η εξέλιξη έχει θετική επίδραση στις αγορές, καθώς δημιουργεί προσδοκίες για αυξημένη προσφορά και άμβλυνση των ελλείψεων καυσίμων παγκοσμίως.
«Ενεργειακή εκεχειρία» σε Ρωσία και Ουκρανία
Παράλληλα με τη συμφωνία για το ντίζελ, ο Ντόναλντ Τραμπ προέβη και σε έναν ακόμα ισχυρισμό σχετικά με την ενεργειακή κατάσταση στην περιοχή. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι η Ρωσία και η Ουκρανία συμφώνησαν σε μια «ενεργειακή εκεχειρία».
Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Τραμπ, αυτή η εκεχειρία τέθηκε σε άμεση ισχύ, προσθέτοντας ένα επιπλέον στοιχείο στις προσπάθειες για σταθεροποίηση της ενεργειακής αγοράς και μείωση των εντάσεων που σχετίζονται με την προμήθεια καυσίμων.
Επιθέσεις στη Σαουδική Αραβία και διπλωματικές κινήσεις
Την ίδια ώρα, η κατάσταση ασφαλείας στη Μέση Ανατολή παραμένει τεταμένη. Το κεντρικό αεροδρόμιο της Σαουδικής Αραβίας δέχθηκε νέα επίθεση την Κυριακή, η οποία αποδίδεται στους αντάρτες Χούθι, οι οποίοι υποστηρίζονται από το Ιράν. Η επίθεση αυτή συνέβη μία ημέρα μετά από ένα προηγούμενο πλήγμα στην ίδια περιοχή.
Το προηγούμενο πλήγμα είχε τραγικές συνέπειες, καθώς στοίχισε τη ζωή σε 12 ανθρώπους και προκάλεσε τον τραυματισμό περισσότερων από 300 ατόμων. Οι επιθέσεις αυτές οδήγησαν τον Ντόναλντ Τραμπ να εξετάσει το ενδεχόμενο συμμετοχής σε αντίποινα της Σαουδικής Αραβίας κατά των Χούθι στην Υεμένη.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο Υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, φέρεται να επικοινώνησε με τον ομόλογό του στο Ριάντ. Σκοπός της επικοινωνίας ήταν η συζήτηση της πρόσφατης κλιμάκωσης των γεγονότων στην περιοχή, καθώς και οι προσπάθειες που μπορούν να γίνουν για την αντιμετώπισή της.
Ανησυχίες για το φυσικό αέριο στην Ευρώπη
Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη παρουσίασαν σημαντική άνοδο, εκτοξευόμενες κοντά στα 82 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh) κατά τη συνεδρίαση της Δευτέρας, στις 12 Οκτωβρίου 2026. Παρόλο που στη συνέχεια υποχώρησαν οριακά προς τα 81 ευρώ/MWh, αυτή η τιμή αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων εβδομάδων.
Η αύξηση των τιμών συνδέεται με τις αυξημένες επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και με την κλιμάκωση των περιφερειακών εντάσεων. Τα γεγονότα αυτά έχουν εντείνει τις ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού με υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Υπενθυμίζεται ότι από τον συγκεκριμένο στενό διάδρομο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG, σύμφωνα με στοιχεία που ίσχυαν πριν τον πόλεμο.
Παρά τη σταθερή αύξηση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων φυσικού αερίου τις τελευταίες εβδομάδες, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης είναι γεμάτες κατά 73,6%. Αυτό το ποσοστό είναι χαμηλότερο από τα αντίστοιχα επίπεδα του προηγούμενου έτους, γεγονός που προσθέτει στις ανησυχίες. Επιπλέον, οι προβλέψεις για χαμηλότερες φθινοπωρινές θερμοκρασίες αποτελούν έναν ακόμα παράγοντα κινδύνου για την επάρκεια του φυσικού αερίου.
Με πληροφορίες από: Newsit